Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2012

Ya Tatchi - African Jazz 'n Bar


To African Jazz 'n Bar είναι μια δημιουργική μίξη διαφορετικών μουσικών χρωμάτων της αφρικανικής ηπείρου. Κυρίως φιλοδοξεί να εκφράζει έναν ηχητικό δεσμό ανάμεσα στη βόρεια και την υποσαχάρια Αφρική, σε ένα υπόβαθρο που προέρχεται από τη τζαζ και τον εθνολογικά προσανατολισμένο σύγχρονο μουσικό αυτοσχεδιασμό. Το αρκτικόλεξο ΒΑR αντιπροσωπεύει τις τρεις πόλεις στις οποίες ηχογραφήθηκε ο δίσκος: Μπραζαβίλ (Κογκό), Αμπιτζάν (Ακτή Ελεφαντοστού) και Ραμπάτ (Μαρόκο).  Πρωτεργάτες του σχεδίου ήταν ο Ya Tatchi (τρομπέτα, φωνητικά) από το πρώην Γαλλικό Κογκό και ο Majid Bekkas (έγχορδα, φωνητικά) από το Μαρόκο. Ο Majid Bekkas, δεξιοτέχνης στο ούτι και το γκέμπρι (ένα μπάσο έγχορδο αραβικής προελεύσεως), είναι ήδη διάσημος από τις συνεργασίες του με μεγάλους μουσικούς της τζαζ όπως ο Archie Shepp, ο Louis Sclavis, ο Joachim Kuhn, κ.ά. Τρίτος βασικός συνεργάτης ήταν ο Paul-Michel Amsallem, πιανίστας και μηχανικός ήχου από τη Γαλλία· ακούγονται ακόμη σόλο κιθάρας και σαξοφώνων, ένα τμήμα χάλκινων εγχόρδων, ομαδικά φωνητικά και αφρικανικά τύμπανα.
1. Marhaba
2. Mogador
3. Yatatchi
4. Bolobo (Peace)
5. Beto Nionso
6. Manabo
7. Sobe
8. Bania

Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2012

H Β΄ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΓΕΝΙΑ


Διάλεξη της ΕΛΣΑΣ ΛΙΑΡΟΠΟΥΛΟΥ που δόθηκε στην Εταιρεία Διαπολιτισμικών Σπουδών, Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011 





 
 Θα ξεκινήσω την αποψινή μου παρουσίαση με ένα δίστιχο που ανήκει σε ποιητή της γενιάς του ’60 γιατί θεωρώ ότι αφενός  δίνει στοιχεία για την ποιητική, τις συγγένειες, το ποιητικό κι εκφραστικό στίγμα της συγκεκριμένης γενιάς,  αφετέρου ότι  συνδέει την ποίηση της γενιάς αυτής με την κοινωνική πραγματικότητα της εποχής της αλλά και με την σημερινή. Αν μάλιστα σταθούμε και στην ανατρεπτική ειρωνεία που εμπεριέχει, θα κατανοήσουμε ότι  με την πολυσημία του μπορεί να μας οδηγήσει στην προσέγγιση της β΄μεταπολεμικής γενιάς.
 
Είναι ο ποιητικός λόγος  του Βύρωνα Λεοντάρη:

            Είμαστε μεσοπόλεμος σου λέω/ ανίατα μεσοπόλεμος

 Κατ’ αρχάς με το συγκεκριμένο δίστιχο δίνεται η αντιστοιχία των ποιητών της β΄μεταπολεμικής γενιάς με τους ποιητές της γενιάς του ’20, αυτούς που ανήκουν στη νεορομαντική και νεοσυμβολιστική σχολή, κυρίως τον Κώστα Καρυωτάκη. Στη συνέχεια η αίσθηση σύνθλιψης που παράγεται από το συγκεκριμένο απόσπασμα εκφράζει την ενδιάμεση θέση της γενιάς αυτής, που άλλοι ποιητές της, λόγω ηλικίας και θεματικής, μπορούν να ενταχθούν στην προηγούμενη γενιά κι άλλοι, για τους ίδιους λόγους, στην επόμενη. Αυτό  το αίσθημα μετεωρισμού απηχεί  και ένα δύσκολο «μεταξύ» της γενιάς αυτής ανάμεσα στο κοινωνικό και το ατομικό, το διαχρονικό και το συγχρονικό.

 Ένα δεύτερο επίπεδο προσέγγισης του συγκεκριμένου δίστιχου είναι το πολιτικό και κοινωνικό. Η αίσθηση ενός συνεχούς κινδύνου, η αγωνία της πόλωσης και της σύνθλιψης, η επικείμενη καταστροφή, όλα αυτά που παράγει αυτός ο τόσο πυκνός ποιητικός λόγος, είναι εξαιρετικά επίκαιρα και απηχούν απολύτως τα σημερινά κοινωνικά και πολιτικά πράγματα στην Ελλάδα. Αδιέξοδος λόγος, αδιέξοδη πολιτική κατάσταση, αδιέξοδη ποίηση. Αυτή η τελευταία διαπίστωση μπορεί να μας περάσει πολύ εύκολα στην προσέγγιση της β΄ μεταπολεμικής γενιάς.

  Η χαρτογράφηση της γενιάς του ’60 δεν θα είναι συστηματική απόψε. Η πρώτη καταγραφή που επιχειρήθηκε στο περιοδικό Νέες Τομές περιέχει 55 εκπροσώπους της γενιάς. Ο Ανέστης Ευαγγέλου και ο Κώστας Παπαγεωργίου ανθολογούν 45 ποιητές από τους οποίους οι 5 είναι διαφορετικοί στην κάθε ανθολόγηση. Απόψε επέλεξα λίγα ονόματα. Δυστυχώς δεν κατάφερα να απαλλαγώ από την αυθαιρεσία του προσωπικού γούστου. Οι προσωπικές συμπάθειες αλλά προπάντων η δυνατότητα που μου έδιναν οι συγκεκριμένοι ποιητές να δείξω τις τάσεις, τις συγκλίσεις και τις αποκλίσεις καθόρισαν τις επιλογές μου.

Η γενιά του ’60 είχε την τύχη, όσο κι αν αυτό φαίνεται ευφυολόγημα, να δημιουργήσει εν τη γενέσει της στη σκιά της γενιάς του ’30 και της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Έτσι ξεδιπλώθηκε με διακριτικότητα, κι ας μου επιτραπεί ο όρος, με μια κομψότητα που αποτυπώνεται κυρίως στις ισορροπίες που κρατάει τόσο στις αφηγηματικές τεχνικές όσο και στους αφηγηματικούς τρόπους που μετέρχεται.

Η ομαδοποίηση έχει νόημα όταν γίνεται με εξωτερικά χαρακτηριστικά. Δηλαδή χρόνο γέννησης, χρόνο πρώτης δημοσίευσης, ιστορικό πλαίσιο, κοινωνικά και πολιτικά δεδομένα. Όταν η ομαδοποίηση και το πλαίσιο γίνονται με  κριτήρια και προσδιορισμούς ποιητικής, τότε τα πράγματα δυσκολεύουν. Εδώ υπεισέρχονται ψυχισμοί, βιώματα, επιρροές, ιδεολογίες, διαθέσεις της στιγμής, προσωπικοί πειραματισμοί, με αποτέλεσμα η ανίχνευση κοινού τόπου να γίνεται δύσκολη και συχνά ισοπεδωτική και βίαιη. Η γενίκευση και η αφαίρεση που πρέπει να γίνει στην αναζήτηση κοινού ποιητικού πεδίου είναι τόσο μεγάλη που συχνά χάνει το περιεχόμενο και το νόημά της.


Ιστορικό πλαίσιο 

 Η β΄ μεταπολεμική γενιά περιλαμβάνει όσους γεννήθηκαν ανάμεσα στο 1929 και 1940 και εμφανίζονται στα λογοτεχνικά δρώμενα από τα μέσα του 1950 έως και τα μέσα του 1960. Βέβαια και το πλαίσιο αυτό είναι σχηματικό και διευκολυντικό μιας και πολλοί ποιητές όπως ο Ντίνος Χριστιανόπουλος και  η Κική  Δημουλά εμφανίζονται το 1950 και 1951 αντίστοιχα, ενώ ο Σπύρος Τσακνιάς και ο Βασίλης Καραβίτης το 1976 και 1970 αντίστοιχα.

Είναι προφανές ότι η γενιά αυτή ενηλικιώνεται ζώντας καθοριστικά ιστορικά γεγονότα για την διαμόρφωση της μεταπολεμικής ελληνικής πραγματικότητας. Η αποκατάσταση της μοναρχίας από τον Κονδύλη, ο ελληνοϊταλικός πόλεμος και η γερμανική κατοχή, ο εμφύλιος πόλεμος και το ψυχροπολεμικό κλίμα που τον ακολούθησε, είναι γεγονότα που εσωτερικεύονται από τους ποιητές με τραυματικό τρόπο και μεταποιούνται μέσα από τον ψυχισμό και την ιδιαιτερότητα του καθενός σε ποιητικά μορφώματα.

Ωστόσο το πιο σημαντικό για την δεύτερη μεταπολεμική γενιά είναι ότι η πολιτική σκηνή, προπάντων, δεν της επέτρεψε να συμμετάσχει στα ιστορικά δρώμενα. Η κατοχή, το ψυχροπολεμικό κλίμα, η δικτατορία που ακολούθησε την έβαλε στο περιθώριο της δράσης. Όταν έγινε η μεταπολίτευση ήρθε στα πράγματα η γενιά του ’70 κι έτσι περιορίστηκε στο παρασκήνιο από το οποίο δεν βγήκε ποτέ. Με σημερινή οπτική η «χαμένη γενιά», όπως την ονόμασε ο Παναγιώτης Μουλλάς, ίσως και να μην είναι και τόσο χαμένη. Η παθολογία μέσα στην οποία αναπτύχθηκε η νεοελληνική κοινωνία μόλυνε και ό,τι καλλιτεχνικό αναμείχθηκε με αυτήν. Η επιθυμία των περισσότερων ποιητών της γενιάς αυτής να μείνουν μακριά από αγοραίους όρους, να αφήσουν να τους ανακαλύψουν κι όχι να επιβάλλουν την παρουσία τους, αποδείχθηκε τελικά επωφελής για το ποιητικό τους έργο το οποίο αναδεικνύεται με καθαρά καλλιτεχνικά κριτήρια και προβάλλει πλέον ουσιαστικά καθαρό κι ευκρινές. Η επόμενη ποιητική γενιά, η γενιά του ’70 που μπήκε απενοχοποιημένη στην αγορά της τέχνης, και αποφασισμένη να μην βιώσει το μετεμφυλιακό πένθος της ήττας, εισπράττει και θα εισπράξει το τίμημα της εμπλοκής στην βιομηχανία της εξουσίας και του θεάματος, που προφανώς δεν θα είναι ευχάριστο.

Η δεύτερη μεταπολεμική γενιά μετέφερε την κοινωνική και πολιτική της περιθωριοποίηση και στην τέχνη: δεν δραστηριοποιήθηκε ομαδικά και δεν διακίνησε συστηματικά το έργο της. Δεν έκανε συνέδρια, συμπόσια, συζητήσεις, δεν απασχόλησε ιδιαίτερα τα μέσα ενημέρωσης, δεν γράφτηκαν γι αυτήν βιβλία και μελέτες. Η ιστορική της ιδιαιτερότητα είναι και καλλιτεχνική της ιδιαιτερότητα.
Η γενιά αυτή εξάλλου έχει την δυνατότητα να απομυθοποιήσει τις ιδεολογίες και τα ιδεολογήματα που εξέθρεψαν κυρίως τη γενιά του 1930, να αφομοιώσει την ματαίωση, να κατανοήσει την παγίδευση που δημιουργούσαν παραπλανητικά διλήμματα, να συνειδητοποιήσει την πορεία και τα λάθη της παραδοσιακής αριστεράς, παρ’ όλο που οι περισσότεροι ποιητές εμπλέκονται ιδεολογικά και συναισθηματικά με το χώρο της αριστεράς.

Ίσως η λανθάνουσα επιθυμία της γενιάς αυτής να πενθήσει για τις πολλαπλές ματαιώσεις, είναι η αιτία για την μελαγχολία, το κατακερματισμένο πρόσωπο και την έλλειψη κοινής ποιητικής έκφρασης. Η γενιά του ’30 με τα συλλογικά φαντασιακά οράματα, με την θριαμβική υπεράσπιση της ταυτότητας και του ελληνισμού, βρίσκονται πολύ μακριά από τους ποιητικούς προβληματισμούς της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς η οποία βρίσκεται πιο κοντά στη γενιά του 1920.

Δεν είναι τυχαίο που η λέξη ήττα δεν έμπαινε σε διαπραγμάτευση από την αριστερά, δεν την διενοείτο καν. Ο Βύρων Λεοντάρης τόλμησε να την χρησιμοποιήσει στο άρθρο του «Η ποίηση της ήττας» που δημοσιεύτηκε στην Επιθεώρηση Τέχνης, στο τεύχος 106-107, τον Οκτώβριο του 1963, πυροδοτώντας ένα πολύ έντονο διάλογο. Η φράση «ο σημερινός άνθρωπος βγαίνει καθημαγμένος από μια ήττα που δεν σημαδεύει ανεξίτηλα μονάχα τον ελληνικό χώρο αλλά είναι γενικότερα ήττα της ανθρωπότητας, του πολιτισμού» δεν αλλάζει μόνο την ρητορική της αριστεράς αλλά και υποδεικνύει επίσης την αλλαγή της ρητορικής της ποίησης που είχε ξεκινήσει από την πρώτη μεταπολεμική γενιά και οριστηκοποιήθηκε στη δεύτερη.   

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η στην ποίηση της εποχής έδινε το στίγμα της η παραδοσιακή αριστερά. Ποιητές όπως ο Ρίτσος, Ο Λειβαδίτης, η Ρίτα Μπούμη-Παπά μετέδιδαν με την ποίησή τους την ελπίδα, την αισιοδοξία, την συναδέλφωση, έκαναν μελλοντολογικές αναφορές σε έναν κόσμο δίκαιο και ασφαλή. Η ποίησή τους δημιουργούσε ευφορία, ακόμη και οι συνέπειες του εμφυλίου δικαιώνονταν μπροστά σ’ ένα ασαφές και μεγαλειώδες όραμα, στην αναμονή να πάρουμε το αίμα μας πίσω… Η Επιθεώρηση Τέχνης φιλοξενούσε κι ενίσχυε την ευφορία αυτή υπερασπιζόμενη τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό και την επίσημη γραμμή του ΚΚΕ.

Η μεγαλοστομία, λοιπόν, το όραμα, η προφητική στάση, η αίσθηση του συνολικού και της ενότητας, η αισιοδοξία και η διάθεση εμψύχωσης, δίνουν τη θέση τους στον κατακερματισμένο λόγο, στην απαισιοδοξία, στην απομόνωση, στον εξομολογητικό τόνο, στον εγκλεισμό. Καταλαβαίνουμε  βέβαια πόσο δύσκολο ήταν για μια κοινωνία παγιδευμένη στα ιδεολογήματα να δεχτεί με ευμένεια την τόσο οδυνηρή ιδεολογική και αισθητική πρόταση της β΄ μεταπολεμικής γενιάς. Απέναντι στην επιθεώρηση Τέχνης τοποθετείται  η Κριτική του Μανώλη Αναγνωστάκη και λίγο αργότερα οι Μαρτυρίες με εμπνευστή τον Μανόλη Λαμπρίδη ο οποίος τρόμαζε την κομματική αριστερά με την διαύγεια και την ριζοσπαστικότητα των ιδεών του.

Η φράση, ωστόσο, του Λεοντάρη περιγράφει την νεοελληνική κοινωνία και στην μεταπολεμική της πορεία και είναι επίκαιρη σήμερα. Η ήττα είναι διαρκής, έρχεται στο προσκήνιο ξανά και ξανά με διάφορους τρόπους και σε διάφορα επίπεδα, και με τον τρόπο της δικαιώνει την συμπεριφορά των «χαμένων» ποιητικών γενεών. Σήμερα ο άνθρωπος είναι περισσότερο ηττημένος από τότε που βγήκε από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, γιατί τότε είχε και κάποια ελπίδα πως θ’ αλλάξουν τα πράγματα ενώ τώρα δεν ελπίζει σε τίποτα.

Οι Θεματικές, αισθητικές και ιδεολογικές αποκλίσεις της γενιάς του 1960, επομένως, δεν οφείλονται μόνο στις ηλικιακές διαφορές των ποιητών και στις μεγάλες χρονικές αποστάσεις ανάμεσα στην δημοσίευση της πρώτης συλλογής του καθενός, αλλά και στον κατακερματισμένη πραγματικότητα που βιώνουν και προπάντων στη συνειδητοποίηση του τί πρόκειται να ακολουθήσει. Χωρίς την ευκολία της αναγωγής στο αξιακά και ιδεολογικά προφανές, χωρίς την δυνατότητα σύλληψης του μεγάλου και του ενιαίου, είναι φυσικό να υπάρχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις  και διαφορετική έκφραση. Ο Αργυρίου ονομάζει τους ποιητές αυτής της γενιάς «σκόρπια κατηγορία» γιατί, όπως τονίζει, «δεν ανήκουν σε κοινές αισθητικές, ιδεολογικές κλπ. τάσεις, και είναι μάλλον μονάδες παρά σύνολα»».

Μία βασική παράμετρος που διαφοροποιεί τους ποιητές της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς είναι η σχέση τους με τον χρόνο, η λειτουργία της μνήμης, ο τρόπος που βιώνουν στην ποίησή τους το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Την κατηγοριοποίηση αυτή έκανε ο Γιώργος Αράγης. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν ποιητές που εμπλέκονται με το παρελθόν, έχουν συναισθηματικά και ιδεολογικά κρατούμενα με την κατοχή, τον εμφύλιο, τις διώξεις, το ψυχροπολεμικό κλίμα. Με κάποιον τρόπο βρίσκονται αρκετά κοντά στη θεματική και στην αισθητική της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Εκπρόσωποι αυτής της τάσης είναι οι Λεοντάρης, Λυκιαρδόπουλος, Μαρκίδης, Μέσκος, Ρουμελιωτάκης, Γκόρπας, Γαλάτης και άλλοι.  Άλλοτε με το παρελθόν να δρα ως παρόν, άλλοτε με την συνειρμική μετάβαση από το παρόν στο παρελθόν, κι άλλοτε με τη συνάντηση σε μια στιγμή παρελθόντος-παρόντος οι ποιητές αυτής της κατηγορίας μετατρέπουν τα τραυματικά, εφηβικά τους βιώματα σε ποιητικό παρόν.

Το παρόν η συγκεκριμένη κατηγορία ποιητών το βιώνει αρνητικά. Αισθάνονται εξορισμένοι, εξαπατημένοι. Δεν δέχονται την πραγματικότητα γιατί δεν ταιριάζει με την δική τους αντίληψη για τον κόσμο. Σε πάρα πολλά τους ποιήματα επαναλαμβάνονται λέξεις όπως «εξόριστος», «πρόσφυγας», «εξορίζω», «μετανάστης» καθώς και φράσεις συναφείς προς αυτό το περιεχόμενο. Δεν είναι τυχαίο πως σχεδόν όλοι οι ποιητές που ανέφερα σε αυτήν την κατηγορία, μάλλον όλοι πλην του Γαλάτη, είναι αριστεροί αλλά  ανένταχτοι, βλέπουν με κριτικό μάτι πολλές από τις ενέργειες της επίσημης και αδιάλλακτης αριστεράς. Με την έννοια αυτή είναι απολύτως κατανοητή η απελπισία και ο εγκλωβισμός που αισθάνονται καθώς δεν υπάρχει γι αυτούς χώρος ελπίδας, στέγη για να τοποθετήσουν τα όνειρά τους· η πραγματικότητα είναι απελπιστική και τους διώχνει μακριά, έστω κι αν αυτό γίνεται μέσω της ποίησής τους.

Μια άλλη κατηγορία ποιητών της β΄ μεταπολεμικής γενιάς διαμορφώνει μια πιο χαλαρή σχέση με το παρελθόν. Η Δαράκη, η Δημουλά, ο Καραβίτης, ο Δενέγρης, ο Κούσουλας, η Κέντρου-Αγαθοπούλου, είναι κάποιοι από τους ποιητές οι οποίοι, ενώ διατηρούν τις μνήμες τους και τους δίνουν ποιητική μορφή, παράλληλα κρατούν αποστάσεις επιλέγοντας να μην κάνουν ευθείες αναφορές στο παρελθόν αλλά να μεταφέρουν κυρίως αισθήσεις από αυτό, ψυχικές καταστάσεις, αισθήσεις κινδύνου. Ένδιαφέρον έχει η χρήση του συμβολισμού και της μεταφοράς σε αυτή την κατηγορία των ποιητών που την κάνει δυνατή η απόσταση από τα πράγματα και η μεγαλύτερη εσωτερική επεξεργασία των βιωμάτων η οποία επιτρέπει και την μεγαλύτερη γλωσσική επεξεργασία.
Στην τρίτη κατηγορία ανήκουν ποιητές οι οποίοι έχουν απομακρυνθεί εντελώς από το παρελθόν και στους οποίους η ιστορική μνήμη είναι ή πολύ καλά κρυμμένη και αναμεμειγμένη με την υπαρξιακή αγωνία ή απουσιάζει εντελώς. Εδώ εντάσσονται οι Χριστιανόπουλος, Κόρφης, Ασλάνογλου, Λάσκαρης, Ησαϊα, Αγγελάκη-Ρουκ και άλλοι. Κύρια θεματική των ποιητών αυτής της κατηγορίας είναι ο έρωτας και η μοναξιά.

Ωστόσο η οποιαδήποτε ταξινόμηση μπορεί να εξυπηρετεί την μελέτη και την κριτική θεώρηση των ποιητών της β΄ μεταπολεμικής γενιάς, πρέπει να έχει την προϋπόθεση της ελαστικότητας μιας και τα όρια πολύ συχνά είναι ασαφή και δυσδιάκριτα. Έτσι μπορούμε να δούμε σε ποιητές ακραιφνώς ερωτικούς όπως ο Χριστιανόπουλος να υπάρχει  έντονη η παρουσία του ιστορικού τραύματος, ακόμη κι όταν μετουσιώνεται σε ερωτική οδύνη, σε παιδεμό και σε ταπείνωση ερωτική. Ή στην Δημουλά το προσωπικό και το ερωτικό να καλύπτουν το κοινωνικό και τις ιστορικές μνήμες. 
Με αυτά τα δεδομένα δεν προέκυψε η ανάγκη να συσπειρωθεί αυτή η γενιά γύρω από κάποιο περιοδικό που να είναι αντιπροσωπευτικό των τάσεων και των καλλιτεχνικών της αναζητήσεων. Το περιοδικό Διαγώνιος που εκδίδεται στη Θεσσαλονίκη, και οι Μαρτυρίες και οι Σημειώσεις που εκδίδονται στην Αθήνα από τον στενό κύκλο των Λεοντάρη, Λυκιαρδόπουλου, Πορφύρη, Μαρκίδη, Μέσκου και Ροζάνη, ίσως και από επιλογή των εκδοτών είχαν μια κλειστή δομή, το πρώτο γιατί εξέφραζε κυρίως τη σχολή της Θεσσαλονίκης, τα δύο άλλα γιατί οι εκδότες επέλεξαν να εκφράσουν τις θέσεις της ομάδας τους έξω  από τους κανόνες της αγοράς.

Έτσι οι ποιητές της β΄ μεταπολεμικής γενιάς που, όπως έχουμε ήδη αναφέρει ξεκίνησαν χωρίς κοινή ποιητική πλεύση, στην καλλιτεχνική τους πορεία διαφοροποιήθηκαν περισσότερο, μάλιστα τις τελευταίες δεκαετίες η ζύμωσή τους με τα νέα κοινωνικά, πολιτικά, καλλιτεχνικά κι αισθητικά δεδομένα κάνει πιο ασαφές, δυσδιάκριτο και χαλαρό το πλαίσιο  που τους στεγάζει.
Θα αναφερθώ σε μερικούς από τους ποιητές της γενιάς του ’60, στην χρονολογία γέννησής τους και σ’ αυτήν της δημοσίευσης της πρώτης τους ποιητικής συλλογής, όχι μόνο για τυπικούς λόγους αλλά και γιατί, όπως θα δείτε, μέσω των τίτλων των συλλογών, μου δίνεται η ευκαιρία να ορίσω τη θεματική της ποίησης της γενιάς αυτής.

Ο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου γεννήθηκε το 1931 και δημοσίευσε την συλλογή με τίτλο Δύσκολος θάνατος το 1954. Ο Τάσος Γαλάτης το 1937 και η συλλογή του Μυθολογία του δάσους εκδόθηκε το 1962. Ο Θωμάς Γκόρπας γεννήθηκε το 1935 και η συλλογή του Σπασμένος καιρός εκδόθηκε το 1957. Η Ζέφη Δαράκη το 1939 και η συλλογή της Εσπερινοί περίπατοι το 1954. Η Κική Δημουλά το 1931 και το 1952 η συλλογή της Ποιήματα. Ο Χρίστος Λάσκαρης το 1931 και η συλλογή του ποιήματα 1965-1978 το 1979. Ο Τάσος Κόρφης γεννήθηκε το 1929 και η συλλογή του Ημερολόγιο δημοσιεύτηκε το 1963. Ο Βύρων Λεοντάρης το 1932 και η συλλογή του Γενική αίσθηση το 1954. Ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος το 1936 και η συλλογή του Υπό ξένη σημαία το 1972. Ο Μάρκος Μέσκος το 1935 και η συλλογή του Πριν από τον θάνατο το 1958. Ο Τάσος Πορφύρης το 1931 και η συλλογή του Νεμέρτσκα το 1961. Ο Χρίστος Ρουμελιωτάκης το 1938 και η συλλογή του Κλειστή θάλασσα το 1979. Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος το 1931 και η συλλογή του Εποχή των ισχνών αγελάδων δημοσιεύτηκε το 1951.

Μεγάλο ενδιαφέρον έχει η σημειολογία των τίτλων η οποία μας επιτρέπει να ανιχνεύσουμε  τη θεματική αλλά και τις τεχνικές της β΄ μεταπολεμικής γενιάς. Χαρακτηριστικό των τίτλων είναι η χρήση μεταφοράς, η απαισιοδοξία, ο εγκλεισμός, τα υπαρξιακά αδιέξοδα. Με την πρώτη τους κιόλας συλλογή οι νέοι ποιητές υιοθετούν μια  ασφυκτική γλώσσα για να περιγράψουν τα κάθε είδους αδιέξοδά τους.  Έπίσης από τους τίτλους διαπιστώνουμε ένα χαρακτηριστικό  της γενιάς αυτής που είναι η αυτοαναφορικότητα, η ενασχόληση δηλαδή με τον τρόπο που γράφεται ένα ποίημα, η επαφή με το εργαστήριο του δημιουργού, ο ρόλος της ποίησης, η ποίηση συχνά ως ένα ακόμη αδιέξοδο του ποιητή.

Η β΄ μεταπολεμική γενιά επιλέγει την πρωτοπρόσωπη αφήγηση, το χαμηλό κουβεντιαστό ύφος, τον εξομολογητικό τόνο. Φαινομενικά δεν υπάρχει κίνηση, ωστόσο τα ποιήματά τους χαρακτηρίζονται από μια συνεχή μετάβαση από το μέσα στο έξω και αντίστροφα. Μια λεπτή, με δυσκολία κατακτημένη ισορροπία, ένας κύκλος που τροφοδοτεί και αναζωπυρώνει διαρκώς μια βαθειά και αμετακίνητη απελπισία, μια αίσθηση εξορίας κι εγκλεισμού.

Δίχως ρητορικές εξάρσεις, με γλωσσική ειλικρίνεια, χωρίς εξεζητημένα φραστικά σχήματα, χωρίς να θηρεύουν τον εντυπωσιασμό, με χαμηλόφωνο, κουβεντιαστό τόνο, περιγράφουν ποητικά μια μάταιη και αδιέξοδη εξέγερση που συχνά δίνεται με την ευθεία αναφορικότητα της γλώσσας. Κι ενώ η θεματική των περισσοτέρων ποιητών θα μπορούσε να οδηγήσει σε μελοδραματισμούς και εύκολη συγκίνηση, αυτό αποφεύγεται με τη ρηματική έκφραση, την αποφυγή των επιθέτων και την χρήση σκληρού λόγου. Έτσι ο λυρισμός, που είχε αρχίσει να περιορίζεται από την προηγούμενη γενιά, υποχωρεί σχεδόν εντελώς και προβάλλει ένας μεστός, αιχμηρός λόγος που έρχεται να ορίσει μιαν αδιέξοδη πραγματικότητα. Ένα ρομαντικό στοιχείο που διακρίνω σε αυτήν την γενιά είναι η αδυναμία, μάλλον ο φόβος, να  εκφραστεί έστω και μια φευγαλέα στιγμή ευδαιμονίας και χαράς, μια ιερή προσωπική στιγμή. Μια αδήλωτη ενοχή που δεν μπορεί να την καλύψει ο αιχμηρός ποιητικός λόγος, η αίσθηση ότι δεν μπορούν να πάρουν τη ζωή στα χέρια τους, κι ότι δεν δικαιούνται την προσωπική ευτυχία γιατί αυτή έχει υπονομευθεί από μια εξωτερική δύναμη, είναι χαρακτηριστική στην ποίηση της β΄μεταπολεμικής γενιάς.

Οι περισσότεροι ποιητές της γενιάς αυτής έχουν δεχτεί επίδραση  από  τον Κώστα Καρυωτάκη. Ο αιχμηρός λόγος, τα αδιέξοδα, η ζοφερή πραγματικότητα, η έλλειψη ελπίδας, η έμμεση παραδοχή της αδυναμίας παρέμβασης, αλλά και η παρωδιακή εφαρμογή της ρίμας είναι στοιχεία του Καρυωτάκη που υπάρχουν στην ποίηση της β΄ μεταπολεμικής γενιάς. Και ο Καβάφης ασκεί έλξη στους ποιητές της γενιάς αυτής, κυρίως με την ανατρεπτική του ειρωνεία και τα παρακμιακά του περιβάλλοντα. Ο Αργυρίου θεωρεί ότι και ο Σεφέρης και ο Αναγνωστάκης είχαν επίδραση στην γενιά αυτή, ωστόσο μάλλον η επιρροή τους είναι δευτερευούσης σημασίας.

Οι γενικεύσεις βέβαια αυτές, ιδίως για μια ποιητική γενιά που προσπάθησε να αποφύγει τις ομαδικές εκδηλώσεις, εκτός από άστοχη, μπορεί να αποβεί εις βάρος της ποίησης και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών που πρέπει να αναζητούνται για να αναδειχθεί το πρόσωπό της. Εξαρχής, ακόμη και η ομαδοποίηση υπό τον όρο β΄μεταπολεμική γενιά δημιουργεί πρόβλημα  γιατί συνιστά μιαν αυθαίρετη ταξινόμηση που αδυνατεί να συμπεριλάβει το υποκειμενικό στοιχείο και την ατομική δυναμική που είναι ίσως ο σημαντικότερος παράγοντας στην πράξη της ποίησης. Για τον λόγο αυτό, σε ένα δεύτερο μέρος, θεωρώ σκόπιμο να δούμε, έστω δι’ ολίγων, το έργο κάποιων από τους ποιητές της β΄ μεταπολεμικής γενιάς. 


Βύρων Λεοντάρης

Η ποίηση του Λεοντάρη έχει έντονη την απώλεια, το σπαραγμό, την ματαίωση, την οδύνη χωρίς ωστόσο ούτε για μια στιγμή να χάνεται ο έλεγχος του ποιήματος ο οποίος επιτυγχάνεται μέσω σφιχτής, ρηματικής γλώσσας, με σαφή δομή και θεματικό κέντρο. Ενώ ο εγκλεισμός και οι τάσεις απομόνωσης είναι προφανείς στην ποίησή του, υπάρχει έντονη ιστορική, πολιτισμική και καλλιτεχνική διαπλοκή κι ο καλλιτέχνης τελικά συνομιλεί με το παρελθόν όχι σε νοσταλγικό ή προσωπικό επίπεδο, αλλά ως φορέας συλλογικής μνήμης.

 Θα σας διαβάσω ένα ποιήμα  από την ένατη συλλογή του με τίτλο Έως που δημοσιεύτηκε το 2004.

 Γιατί με φώναξες και γύρισα/ Καλά έφευγα και καλά με ξεπροβόδισαν χωρίς να μου/ κρατούν κακία τα εγκόσμια/ Γιατί με φώναξες και γύρισα/ σα δάκρυ που μετάνιωσε και δεν εκύλησε/ Γιατί να πρέπει να διανύω προς τα πίσω όλη/ αυτή την εγκατάλειψη/ γέρος ποιητής διωγμένος απ’ τους στίχους μου/ Να συνδεθώ με τί; Αναζητώντας τί;/  Ποιο αθέατο βάθος;/ Ποια μυθική νεότητα;

Ο ώριμος ποιητής μπροστά στον θάνατο που τον έχει αποδεχτεί… Εμφανίζονται όμως οι μνήμες και η ίδια η ποίησή του και τον ανακαλούν χωρίς ο ίδιος να το επιθυμεί  μιας και δεν μπορεί να βρει ούτε εκεί παρηγοριά και δικαίωση. Η αυτοαναφορικότητα είναι επίσης χαρακτηριστικό της ποίησης του Λεοντάρη. Η σχέση του με την ποίηση, ο ρόλος της, η αδυναμία της να αλλάξει και τον ίδιο μέσα του αλλά κι έξω τα πράγματα, μα και η αδυναμία του ιδίου να ζήσει χωρίς αυτήν είναι εμφανή στην ποίησή του.

Όλες τις μοναξιές τις έζησα/ ελπίζοντας και μη ελπίζοντας/ όμως τη μοναξιά της τέχνης πώς να την αντέξω/ τη σκόνη πάνω στο βιβλίο/ τα λόγια που σηκώνονται τις νύχτες σαν αγάλματα/ κι ανάβουνε τα φώτα σε αδειανές ψυχές/ κι αρχίζουν να χτυπούν στους τοίχους το κεφάλι τους ουρλιάζοντας/ – είναι μια κρίση δημιουργίας μόνο ή μήπως είναι/ το τέλος, η κατάρρευση της σκέψης, η ερημιά/ ανάμεσα σε ανεπανόρθωτα φθαρμένα σύμβολα και εικόνες/ που ηχούν σαν κούφιες προσωπίδες/ Γιατί δεν είναι μόνο ο χρόνος που μας φθείρει μα κι ο χώρος/ σημεία το δείχνουν καθαρά, ο χώρος εκδικείται/ παραμορφώνει τις δομές και κατατρώει τα σώματα/ σκάβει βαθιά κενά κουφώνοντας μορφές και σωθικά/ – έτσι κι ο λόγος/ φαγώθηκε σιγά σιγά από σιωπές και χάσματα/ Τί μέλλει ακόμα να ειπωθεί και ποια η έκφραση μες στη χαμένη ισορροπία;/  Είπαμε τόσες φτήνιες, έτσι που ’γινε κι η δημιουργία διαστροφή/ και τώρα ετούτη η κούραση δεν είναι σαν τις άλλες/ δεν έρχεται απ’ το παρελθόν αλλά απ’ το μέλλον/ όπως η σκόνη αυτή που κατεβαίνει από τα πάνω δώματα/ όπως το αίμα αυτό που στάζει από τα πάνω δώματα/ – αθώο ξεκίνημα, πού μ’ έφερες, πού μ’έφερες/ Πού να σταθώ να γείρω το κεφάλι μου/ να ονειρευτώ το δροσερό κατώφλι...


Τάσος Γαλάτης

Ο Τάσος Γαλάτης έχει ένα πολλαπλό και πολύπλοκο ποιητικό πρόσωπο. Η ποίησή του διαρκώς μεταμορφώνεται, βρίσκεται σε μια συνεχή κίνηση, διατρέχει τόπους, ιστορικές περιόδους, μνήμες, τον χρόνο, την παιδική του ηλικία. Ωστόσο το ποιητικό του φορτίο δεν οριοθετείται χρονικά και ιστορικά. Τελικά υπερισχύει η πανανθρώπινη εμπειρία της ήττας και της παραδοχής της. Της ήττας όχι του τρομαγμένου ανθρώπου που υποχωρεί άτακτα, αλλά του ώριμου και σοφού αποδέκτη μιας αδυσώπητης μοίρας.

Κι αυτός ο γέροντας ποιος είναι/ που ψάχνει σέρνοντας τα βήματα καμπουριασμένος/ στο μπαζωμένο ρέμα ενός αόρατου Κηφισού/ ν’ ακούσει μάταια του Κολωνού τ’αηδόνια/ Είναι ο άνηβος αντάρτης με τ’ ανυπότακτα μαύρα μαλλιά/ αυτός που άντεξε τα χρόνια του λοιμού/ τις μαύρες προφητείες του Τειρεσία/ την καταφρόνεση και την ατίμωση/ τον αδυσώπητο νόμο του Κρέοντα/ ο κύριος των χρησμών, των αινιγμάτων και των μιασμάτων/ Κοίτα πως ανεμίζουνε ακόμη/ πίσω από τη λευκή γενειάδα του/ μαύρα και ανυπόταχτα τα λαμπερά μαλλιά του/ σκύψε και σκούπισε μ’ ευλάβεια τη σκόνη/ από τις μαραμένες πια ουλές στα πόδια του./ Οι άδειες κόγχες των ματιών του/ δεν χωράνε απλά το δρομολόγιο από την Κόρινθο ως την Αθήνα/ χωράνε όλο τον κόσμο και τη νιότη σου.

Οι αρχαίοι ελληνικοί μύθοι ενσωματωμένοι στην ποιητική πραγματικότητα του Τάσου Γαλάτη, στην δική μας πραγματικότητα.

 Δεν πρόλαβα/ πάει καιρός που όλα τούτα πνίγηκαν/ στο βόμβο και τους καπνούς της λεωφόρου/ Δεν έχω πια πατρίδα δεν πιστεύω σε θεούς ούτε γνωρίζω ακριβώς ποιος είμαι/ στο τέρας του καιρού/που μ’ έχει φυλακίσει στη σπηλιά του/ σαν με ρωτάει απαντάω ανυπόκριτα Ούτις.


Χρήστος Ρουμελιωτάκης

Ο Ρουμελιωτάκης δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή Κλειστή θάλασσα το 1979, αλλά το πρώτο του ποίημα Πίσω από τα βλέφαρα τον Απρίλιο του 1957. Η αίσθηση της ήττας είναι πολύ ισχυρή στον ποιητή, μιας διευρυμένης ήττας που δεν αφορά μόνο στον εμφύλιο και το μετεμφυλιακό κλίμα αλλά και στην προσωπική του ζωή.

Ήρθε ο πατέρας μου τη νύχτα/ και με φώναξε./ Μαθαίνω πράγματα, μου λέει,/ και φοβούμαι,/ να πληρώνεις το νοίκι σου και τα κοινόχρηστα/ και τα άλλα,/ όπως συμφώνησες./ Μα πατέρα, του λέω/ εδώ δεν είναι το σπίτι μου, είναι η φυλακή/ δεν το βλέπεις;/ Κι αυτή δεν είναι η βρύση που στάζει,/ είναι η ζωή μου/ που στραγγίζει σταγόνα σταγόνα./ Το ξέρω, μου λέει,/ αλλά κι εσύ το ήξερες και υπόγραψες/ και τώρα οφείλεις να πληρώσεις,/ όπως όλοι μας.

Ο ποιητής διατηρεί με την ζωή μια σχέση τραυματική κι αυτή την αίσθηση μεταφέρει και στην ποίησή του. Η φυλακή, η εξορία, οι διώξεις που έχει υποστεί βιώνονται από τον ποιητή σαν υπαρξιακή φυλακή και εξορία.

Μετρώ ένα ένα τα ποιήματά μου/ και δεν βγαίνουν/ πού η ομορφιά/ πού η γλυκύτητα του κόσμου,/ πού τα παιδιά που θα στομώνουνε το θάνατο/ στο αλωνάκι./ Δεν το ’λπιζα, κάθε πρωί/ να ’χω να κλέβω τη ζωή μου/ για να ζήσω.

 Η αποτυχία των αγώνων, των ιδεολογιών, των κοινωνικών διεκδικήσεων εισπράττονται από τον ποιητή ως προσωπική ματαίωση κι αποτυχία, ως έλλειψη τόπου να σταθεί.

 Ξένος ειμί και μισθοφόρος –/ κάθε φορά που στη στροφή βλέπω τη θάλασσα/ το νιώθω./ Όλη τη μέρα πολεμώ σε ξένο τόπο/ τα βράδια, κάτω από το λύχνο,/ καθώς με πιάνει η νοσταλγία της πατρίδας/ συγγράφω την ανάβασή μου./ Ξένος ειμί και μισθοφόρος –/ αν τη διαβάσετε να είστε επιεικείς,/ στην εποχή μου/ δεν υπήρχε άλλος τρόπος να πεθάνεις.

 Η μνήμη του Ρουμελιωτάκη είναι σκληρή με αυτόν, δεν του χαρίζεται, δεν του επιτρέπει να συμφιλιωθεί με το παρόν, αδυσώπητη τον ωθεί σε συνεχείς κύκλους όπου το ιστορικό παρελθόν εμπλέκεται με τη ζωή και την καθημερινότητά του οι οποίες γίνονται το σκληρό τίμημα. Η μετατροπή αυτού του τιμήματος σε ποίηση είναι η ποιητική αλήθεια του Χρήστου Ρουμελιωτάκη.

 Μου λεν να πάρω ένα σκυλί –/ καλό σκυλί και φύλακας./ Τώρα τί να το πάρεις το σκυλί,/ αφού το ξέρεις,/ θ’ αρχίσει πάλι ν’ αλυχτάει όλη τη νύχτα/ και θα ’ρχονται οι χωροφύλακες χαράματα/ να παίρνουν τον πατέρα σου. 


Τάσος Πορφύρης

Ο Τάσος Πορφύρης είναι ένας αφηγηματικός ποιητής που ξετυλίγει την ανθρώπινη περιπέτεια μέσα από οικείους τόπους και καθημερινά συναισθήματα. Γυρίζει και ξαναγυρίζει στην πατρίδα του, τη Νεμέρτσκα απ’ όπου αντλεί τον ποιητικό του κόσμο. Η καθημερινότητα, ο έρωτας, απτά, συγκεκριμένα ερεθίσματα και συναισθήματα ορίζουν τον ποιητικό του κόσμο. Η ποιητικότητα του Πορφύρη δεν βασίζεται σε γλωσσικά τερτίπια και ρητορικά σχήματα. Θεωρώ ότι χαρακτηριστικό της ποιητικής του είναι ο διασκελισμός που προσδίδει ρυθμική συνοχή στα ποιήματά του, τα οποία αναπτύσσονται με μια εσωτερική ρυθμική ροή που ενδυναμώνει την ένταση της εικόνας και της ευθέως αναφορικής γλώσσας.

Είχα ξεθαρρέψει το περασμένο καλοκαίρι / έλεγα πως όλα τέλειωσαν τραγουδούσα κάθε πρωί/  Κολυμπούσα μ’ ένα δελφίνι πλάι μου/ Ώσπου έφτασε εκείνη η συντροφιά/ Με το μελαχρινό κορίτσι/ Που ’χε τα χέρια της φωλιές πουλιών/ Και τα μαλλιά της ορμητήριο ανέμων/ Με συνεπήρε ο καημός κι άρχισα πάλι να γράφω στίχους/ Ξενυχτούσα μαζεύοντας αστέρια για τα μαύρα της μαλλιά/ Την άλλη μέρα τα πετούσα/ Σκούριαζαν/Μου ’παν πως τα πείραξε η υγρασία της θάλασσας/ Φανταζόμουν τα δάχτυλά μου καταρράχτες στο κορμί της /Διάλεγα έρημες ακρογιαλιές/ Και δεν θυμάμαι τί άλλο/ Πάνε τόσοι μήνες ξανάρθαν οι ήσυχες μέρες/ Με τα αισθήματα στη χειμωνιάτικη νάρκη τους/ Με το κορμί τυλιγμένο στη μοναξιά του/ Με τις πληγές του έρωτα επουλωμένες/ Με σχέδια για τ’ άλλο καλοκαίρι.

Ένα αγαπημένος επίσης χώρος απ’ όπου αντλεί ο Πορφύρης ποιήματα είναι ο χώρος της ποίησης, το εργαστήρι του ποιητή.

Ευχής έργον θα ήταν αν οι ποιητές ακουμπούσαμε/ Ο ένας τον άλλον θα μπορούσαμε να περάσουμε/ Τις συμπληγάδες χωρίς απώλειες κι όχι όπως τώρα/ Που μας ξεμοναχιάζουν κι έναν έναν μας λιανίζουν.

Με τα ποιήματα ποιητικής ο Πορφύρης αυτοϋπονομεύεται. Όπως και πολλοί άλλοι ποιητές της β΄ μεταπολεμικής γενιάς, έχει την αίσθηση ότι η ποίηση δεν μπορεί ούτε να προσφέρει παρηγορία ούτε να μετατρέψει επιτυχώς τα βιώματα σε ποιητικά φορτία.

Η έννοια μου δεν είναι που ξενοκοιμάσαι αλλά μην/ Τυχόν και μου κρυολογήσεις γιατί οι στίχοι των/ Περισσότερων ποιητών μπάζουν μη μου αρρωστήσεις/ Και δεν αντέχω τα νοσοκομεία τις μυρωδιές τους/ Και το βήχα από φυματικές ομοιοκαταληξίες.


Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος

Ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος έχει διαμορφώσει ποιητικό πρόσωπο στην παράδοση του Κώστα Καρυωτάκη και των νεοσυμβολιστών του μεσοπολέμου. Ενδιαφέρον έχει ότι ενώ ξεκίνησε την ποίησή του με ελεύθερο στίχο, στην πορεία υιοθετεί με επιτυχία την ανατρεπτική, ειρωνική ρίμα του Καρυωτάκη.

Δεν χάσαμε και τίποτα σπουδαίο/ στις παρακάμψεις των καλών ελπίδων/ Ψεύτικοι φάροι μας θαμπώσανε για λίγο/ κάτι χρονάκια που είχαμε τα δώσαμε στο γραίγο/ Ύστερα συνεχίσαμε σονέτο τη μισή ζωή/ δεχτήκαμε κατάστηθα το μέλλον/ όσοι ξεφύγαν τις ριπές των αρχαγγέλων/ δεθήκαν σε 12σύλλαβο σκοινί./ Μια τέχνη άχρηστη σε όλους./ Όμως ακούω να τρίζει το κουπί/ βήξιμο αποτσίγαρου του πρόγονου η φωνή/ «αν θέλεις τον παράδεισο, βρες τα με τους διαόλους».

Η μετρική αρμονία που σπάει με τον στίχο ύστερα συνεχίσαμε σονέτο τη μισή ζωή, η υπονόμευση την ποιητικής ευρυθμίας είναι ενδεικτικό του καρυωτακισμού· καταδεικνύει την αμφιθυμία του ευαίσθητου πολιτικά και κοινωνικά ανθρώπου απέναντι στην δυνατότητα της ποίησης να δικαιώσει μια άγονη κι εγκλωβισμένη ζωή.Ο Λυκιαρδόπουλος δεν αποφεύγει στην ποίησή του ούτε για μια στιγμή την οδύνη για τη χαμένη, κατακερματισμένη ζωή. Δεν μπορεί να ξεγελαστεί ο ίδιος και δεν επιθυμεί να εξωραΐσει και να ξεγελάσει τους άλλους, ακόμη και η φυγή του συνοδεύεται από την αναζήτηση ενός νοήματος στα πράγματα και παράλληλα μιας βεβαιότητας πως νόημα δεν υπάρχει.

Τώρα που τελείωσε η κηδεία/ και δεν ξέρουμε πώς να συνεχίσουμε/ τώρα που δεν ξέρουμε πια τί να πούμε/ γιατί ο υποβολέας μας τρελάθηκε/ – τώρα που τελείωσε η κηδεία/ θα πάρουμε τον κόσμο σβάρνα από βορά σε νότο/ θα πάρουμε στα ψέματα τον κόσμο με ποδοβολητά/ ...από καιρό κομμένες όλες οι γραμμές/ μα το χαμόγελο πάντα μπροστά μπροστά μ’ ένα ταμπούρλο/ μ’ ένα ταμπούρλο και με πείσμα στο χιονόνερο/ χωρίς ειδήσεις και χωρίς βοήθεια/ προσέχοντας μονάχα να πέφτουμε συμμετρικά/ να μη χαλάμε τη γραμμή μπερδεύοντας τα θούρια με ραγισμένα ταγκό.../ Τώρα τελειώσαν όλ’αυτά/ φάλτσα τραγούδια μασημένα λόγια φάλτσοι θάνατοι/ τώρα όποιος θέλει είν’ ελεύθερος να φύγει/ έξω σταμάτησε η βροχή κανένας δεν φρουρεί τις πύλες/ κανένας δεν φρουρούσε ποτέ/ μόνο τ’ αγάλματα ακουμπισμένα στην αρετή τους/ – με το γελοίο καπέλο μου στο χέρι/ να βγω να χαιρετήσω το κοινό/ ή να γυρίσω άφωνος την πλάτη;/ Τώρα όποιος θέλει είν’ ελεύθερος να φύγει/ πάρε λοιπόν κι εσύ τα δάκρυά σου και το κουτσό ποδάρι σου/ σκύλε της νύχτας σκύλε της βροχής/ μαύρο κατάλοιπο στην άσπιλή μας μέρα/ μαύρο καντήλι μαύρο φως κακό τραγούδι/ σημαία καρφωμένη στην ψυχή μου.

Δεν μπορώ βέβαια να παραλείψω την αναφορά στον πολιτικό συγγραφέα και δοκιμιογράφο Λυκιαρδόπουλο που με τις παρεμβάσεις του τα τελευταία χρόνια, κι όχι μόνο από το βήμα των Σημειώσεων, ανέλυσε με καίριο, οξύ, εμπεριστατωμένο και καταγγελτικό λόγο την πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα που μας καταδυναστεύει. Είναι από τις ελάχιστες φωνές που με γνήσια αριστερή συνείδηση, καθαρότητα και συνέπεια μπορεί να επισημάνει τις παθολογίες όχι μόνο της νεοελληνικής κοινωνίας αλλά και της παγκόσμιας.  


Χρίστος Λάσκαρης


Η μικρή φόρμα, ο γυμνός, εύστοχος λόγος, οι έντονες εικόνες, η αυτοαναφορικότητα είναι μερικά από τα χαρακτηριστικά της ποίησης αυτού του σπουδαίου πατρινού ποιητή.

Πρέπει να ευθύνεται και η ποίηση/ για τις ευκαιρίες που έχασα / που δε μ’αγάπησαν/ δε με κατάλαβαν./ Πρέπει να ευθύνεται και η ποίηση/ για όλα αυτά/ γι αυτή την απομόνωση.

Η ποίησή του ελεγχόμενη από ένα νηφάλιο, ξερό και άμεσο λόγο, η γλωσσική και αισθητική αποστασιοποίηση, η υποταγμένη στον λόγο, σχεδόν απούσα συγκίνηση του ποιητικού υποκειμένου, κάνουν την αναφορά στις αρχετυπικές ανθρώπινες αγωνίες υπόθεση όλων μας.

Θ’ αρχίσω με τη λέξη έρωτας/ και θα τελειώσω με τη λέξη χώμα./ Τις ενδιάμεσες θαρρώ πως τις μαντεύετε.

Η διαρκής παρουσία του θανάτου μπαίνει στον εσωτερικό ρυθμό της ποίησης του Λάσκαρη, γίνεται η κλειστή ποιητική του καθημερινότητα.

Χρησιμοποίησα τις λέξεις/ κατά προτίμηση τις πιο σκοτεινές./ Μ’ αυτές εργάστηκα,/ μ’ αυτές και με ένα φόβο./ Στη λέξη θάνατος κατέφυγα πολλές φορές./ Μου φαίνονταν,/ η μόνη αληθινή.

Ο θάνατος και ο έρωτας λοιπόν μέσα στο άνυδρο τοπίο της ποίησης του Λάσκαρη, το αυτοελεγχόμενο, διαστέλλονται χωρίς την παρηγοριά της μετουσίωσής τους.

Ξημερώνει…/ Ώρα που οι εραστές,/ επιστρέφουν στο σώμα τους/ τραβώντας πίσω τους την ταφόπετρα.


Νίκος Ασλάνογλου

Ο Ασλάνογλου είναι ποιητής που εξύμνησε τον θάνατο όσο λίγοι. Απόγνωση, πάθος, μνήμη, υπαινιγμός, στέρηση, ματαιότητα, προσμονή, αμετάδοτο, ασφυξία, είναι μερικά από τα χαρακτηριστικά της καλοδουλεμένης και άρτιας τεχνικά ποίησής του, η οποία καλλιεργεί την αισθητική της απομόνωσης.

Η ποίηση δε μας αλλάζει τη ζωή/ το ίδιο σφίξιμο ο κόμπος της βροχής/ η καταχνιά της πόλης σα βραδιάζει/ Δε σταματά τη σήψη που προχώρησε/ θεραπεύει τα παλιά μας λάθη/ Η ποίηση καθυστερεί τη μεταμόρφωση/ κάνει πιο δύσκολη την καθημερινή μας πράξη.

Στον Ασλάνογλου δεν προέχει η αλήθεια του ποιητή αλλά η αλήθεια του ποιήματος. Το ποιητικό υποκείμενο ως μονάδα βρίσκεται σε μια διακριτική, ωστόσο εμφανή, αντιδικία με το όλον. Ο εξωτερικός και ο εσωτερικός κόσμος διαπλέκονται και αναδεικνύονται ακόμη κι όταν απουσιάζουν. Δύο χαρακτηριστικά του ποιήματα είναι τα Εκκοκκιστήρια Α και Β.

Εκκοκκιστήρια Α

Βέρροια, Ελασσόνα, Δράμα – πόλεις που αγάπησα, κλειστές/ ανάμεσα σε υψώματα ή σε μικρούς καταυλισμούς/ σπίτια που ανοίγονται κρυφά στον κάμπο/ Σας γνώρισα τα δειλινά μέσα σ’ αυλές μοναστηριών/ ή σε κρεβάτια παμπάλαια όπου έζησα πρόσκαιρα/ με ανθρώπους που άφησαν κάποια σημάδια, λίγα κόκαλα/ θητεία παράξενη, όλο αθωότητα, γεμάτη πίστη/ Πίστη σε τί, ούτε ο ανθυπολοχαγός δεν έμεινε/ ούτε όσοι φόρεσαν το ράσο κι αποκλείστηκαν/ ένα παιδί αγαπήθηκε για να ξενιτευθεί/ άνθρωποι που αγκάλιασα μες στους σταθμούς, άνθρωποι μόνοι/ Πόλεις κλειστές σαν περιβόλια, που με ζήσατε/ εκκοκκιστήρια μιας σοδειάς, βλέπω τί έχω δώσει.

Εκκοκκιστήρια Β

Προχωρούσαμε με το Δημήτρη αμίλητοι προς το μικρό/ σταθμό. Αφήσαμε τη Βέρροια πίσω μας στην καταχνιά/ και κοιτάζαμε άφωνοι τους καπνούς στο μισοφώτιστο βράδυ/ Εκεί, μες στην ερημωμένη έκταση, ακούγαμε τα εκκοκκιστήρια/ να κελαϊδούνε. Υπόκωφη στην αρχή η βουή/ δυνάμωνε με τον καιρό, μας είχε σχεδόν παρασύρει./ Φώτα και μηχανές μες απ’ τα τζαμωτά μας άφηναν/ να δούμε τον αποχωρισμό. Ο καθαρός καρπός γλιστρούσε και σωριάζονταν δίπλα μας/ μέσα σ’ ένα σύννεφο σκόνης. Ακόμα θυμάμαι τα μάτια του, σα να είχαν δακρύσει./ Τότε κατάλαβα πως πέρασε πια η εποχή της συγκομιδής/ και πως ό,τι μπορούσαμε να δώσουμε το είχαμε/ σχεδόν σκορπίσει.


Νίκος Αντωνάτος
Γεννήθηκε το 1937 στο Μεσολόγγι και δημοσίευσε πρώτη φορά το ποίημα «Το μεγάλο τραγούδι» στην εφημερίδα Πανσπουδαστική όπου πήρε και το τρίτο βραβείο. Η πρώτη του συλλογή Δέδυκεν εκδόθηκε το 1983 και από τότε έχει εκδόσει άλλες έξι συλλογές.

Μελαγχολική, τρυφερή ποίηση, που την τροφοδοτεί η μνήμη και ο στοχασμός. Τα μοτίβα του έρωτα, της ματαίωσης, της απουσίας, υφαίνονται με το σκληρό πολιτικό και κοινωνικό τοπίο και μετατρέπονται σε εξομολογητική, πληγωμένη, συχνά ειρωνική ποιητική πράξη που δεν υπολείπεται σε λυρισμό.

Πόσο χαμήλωσε, θέ μου, το σκοτάδι/ σχεδόν γονατίζουμε/ και τούτο το χειμώνα/ για να περάσουμε σ’ ένα ξημέρωμα!/ Γιατί τόση ξενιτειά στο μέλλον;

Η ποίηση του Αντωνάτου σταλάζει μια λύπη κατασταλαγμένη μέσα από ενδιαφέρουσα γλωσσική επεξεργασία και χαρακτηρίζεται όχι από τον ασαφή και γλυκερό λυρισμό, αλλά από εκείνον που πατάει σε βαθειά, επεξεργασμένα συναισθήματα.

Το πρωινό σου πρόσωπο αποφασισμένο/ Ως λίγα μέτρα πέρα από το σπίτι/  Έπειτα/ Ένα πουλί φράζει το δρόμο σου/ Κόβοντας τον ορίζοντα με τα φτερά/ Δήμο, μη χάνεσαι/ Στων λιωμένων μεσημεριών/ Την αποπνιχτική ατμόσφαιρα/ Τα δέντρα ριζώνουν πιο βαθιά στη γη/ Μη μιλάς άλλο για επανάσταση/ Ακύρωσε όλα τα ραντεβού/ Στο όνομα του ύστερου προσώπου μας/ Είναι μια νύχτα εσκεμμένη/ Και υποτίθεται τα πουλιά μας/ Φρουρούν ακόμη στα καμπαναριά/ Χαμένα δρομολόγια τα ρολόγια/ Κι οι δείκτες τυπικά υποδιαιρούν/ Την ανοιχτή απουσία μας/ Μη χάνεσαι/ Εγώ είμαι/ Εκ γενετής διάπυρος.

Μελαγχολία και σαρκασμό, αυτοϋπονόμευση και ειλικρίνεια, όχι του ποιητή, αλλά την ειλικρίνεια της ποίησης, συναντάμε στον Αντωνάτο.

Μεγάλος ποιητής/ Πριν γράψεις τον πρώτο στίχο/ Μεγάλος εραστής/ Πριν ακόμη αποχτήσεις ερωμένη/ Μεγάλος κι επαναστάτης/ Προτού σε χρειαστούνε οι καιροί/ Αχ καημένε ποιητή εξ επαρχίας/ Και ήσυχε κατασκευαστή τρικυμιών/ Φανατικέ οπαδέ/ Κάθε αληθινού ναυαγίου.

Πρέπει σε αυτό το σημείο να διευκρινίσω πως η αναφορά σε συγκεκριμένους ποιητές συνιστά περισσότερο μια προσωπική προτίμηση και ανάγκη της στιγμής που γραφόταν η ομιλία, και δεν έχει τον χαρακτήρα αντικειμενικής αξιολόγησης και αποτίμησης.

Η β΄ μεταπολεμική γενιά δεν υπερασπίστηκε τον εαυτό της, δεν υπερασπίστηκε την ποίησή της. Η στάση της δεν ήταν πόζα, δεν ήταν αισθητισμός. Ήταν μια γνήσια αποστροφή της πραγματικότητας που δεν μπορούσε να μετουσιωθεί σε ποίηση με άλλους όρους. Γι αυτό άλλωστε πολλοί μελετητές έχουν τονίσει πως η συγκεκριμένη γενιά δεν νοιάζεται για την μορφή και το αισθητικό αποτέλεσμα. Ωστόσο δεν είναι αισθητική πρόταση η αποστροφή προς την μορφική τελειότητα, όταν συνδυάζεται με την αποστροφή προς την πραγματικότητα και την αίσθηση της χαμένης ζωής;

Μπροστά σε μια πραγματικότητα που δεν έχει τίποτα να τους προσφέρει, όταν τα οράματα προδίδονται και τα ιδεολογικά κάστρα καταρρέουν,  είναι φυσικό νέοι άνθρωποι που οι ιδέες και το συναίσθημά τους παραμένουν άφθαρτα να αδυνατούν να κάνουν την διαμεσολάβηση που είναι αναγκαία για να λειτουργήσει η κάθαρση στον ποιητικό λόγο. Η έλλειψη κάθαρσης κάνει τους ποιητές αυτής της γενιάς, όσο κι αν έχουν χρονικά απομακρυνθεί από τα τραυματικά τους βιώματα, να επανέρχονται ποιητικά με τη ίδια αίσθηση της ματαίωσης και του ανεκπλήρωτου. Βέβαια η σημερινή πραγματικότητα τους δικαιώνει γιατί μόνο να προσθέσει έχει στην απαισιοδοξία και τον προβληματισμό τους. Η συνειδητοποίηση ότι η τέχνη δεν μπορεί να περιορίζεται στην αλαζονεία της ευφορίας, αλλά ότι πρέπει να μετατρέπει την αλήθεια σε ποιητική αλήθεια, ότι η αισθητική αποκτά περιεχόμενο όταν μπορεί να αγγίξει και να αλλάξει την καθημερινότητα, φέρνουν την β΄μεταπολεμική γενιά στο καλλιτεχνικό και κοινωνικό προσκήνιο.

Δείτε ακόμα

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...