Κυριακή, 12 Δεκεμβρίου 2010

Kudsi Erguner: Islam Blues

 


Ο Kudsi Erguner ζει και εργάζεται στο Παρίσι ως μουσικός, συνθέτης, μουσικολόγος, δάσκαλος, συγγραφέας και μεταφραστής.

Γεννήθηκε στις 4 Φεβρουαρίου 1952 στο Ντιγιαρμπακίρ της Τουρκίας. Ο Erguner προέρχεται από μια οικογένεια τούρκων μουσικών. Η επαφή του με πολλούς διάσημους μουσικούς από την παλαιότερη γενιά, που σύχναζαν στο σπίτι των γονιών του και η συμμετοχή του σε διάφορες σούφικες αδελφότητες, των οποίων τη μουσική και τη διδασκαλία μελέτησε, άφησαν ανεξίτηλα τα σημάδια τους πάνω του. Έλαβε την κατάρτιση του απευθείας από τον πατέρα του, Ulvi Erguner, ο οποίος ήταν ο τελευταίος μεγάλος δεξιοτέχνης του νέι.

Το 1969 έγινε μέλος της Ραδιοφωνικής Ορχήστρας της Ισταμπούλ. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1975, μετακόμισε στο Παρίσι για να σπουδάσει αρχιτεκτονική και μουσικολογία.

Το 1976 ο Erguner πραγματοποίησε μια μουσική έρευνα στο Αφγανιστάν και συνεργάστηκε με τον Peter Brook στην κινηματογράφηση της ταινίας Συναντήσεις με Αξιοσημείωτους Ανθρώπους (Meetings with Remarkable Men). Το 1980 έκανε ένα ερευνητικό ταξίδι στην Τουρκία για λογαριασμό της UNESCO. Ένα χρόνο αργότερα ίδρυσε στο Παρίσι το Ινστιτούτο «Μεβλανά» για τη μελέτη της κλασικής μουσικής και των διδασκαλιών των Σούφι. Στη διάρκεια του 1985-88 δημιούργησε πρωτότυπες συνθέσεις, περιλαμβανομένου του έργου του για το Mahabharata του Peter Brook (το θεατρικό και το κινηματογραφικό). Το 1986/87 πήρε μέρος σε μία αποστολή στο Πακιστάν, που του ανατέθηκε από τον ραδιοφωνικό σταθμό Radio France και τη France Musique, με σκοπό την καταγραφή και την τεκμηρίωση της παραδοσιακής μουσικής.

Το 1988 συνέλαβε την ιδέα της δημιουργίας της ομάδας Fasl (που αργότερα μετονομάστηκε σε Kudsi Erguner Ensemble), με στόχο την αναβίωση του κλασικού ρεπερτορίου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας του 16ου αιώνα. Την ίδια χρονιά συνεργάστηκε με τον Peter Gabriel για το το soundtrack της ταινίας του Μάρτιν Σκορτσέζε, Ο Τελευταίος Πειρασμός του Χριστού. Το 1991 συνέθεσε πρωτότυπη μουσική για το Νέβα, το μπαλέτο της Carolyn Carlson, που παρουσιάστηκε στο Théâtre de la Ville de Paris. Έγραψε, επίσης, πρωτότυπη μουσική το 1997 για το μπαλέτο Le Voyage Nocturne του Μωρίς Μπεζάρ, που παρουσιάστηκε στο Théâtre des Champs-Elysées στο Παρίσι.

Το Ottomania του Kudsi Erguner (1999) φέρεται να είναι το πρώτο έργο σε αυτό που ονομάζεται World Music, το οποίο συνδέει την κλασική μουσική της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τους δυτικούς αυτοσχεδιασμούς και τους ρυθμούς της τζαζ. Είναι η αποτύπωση της ιστορίας μιας εξαιρετικής μουσικής συνάντησης, και είναι μια λογική συνέχεια της πολυτάραχης ζωής του Erguner. «Δυστυχώς, το 99% της μουσικής fusion που παράγεται σήμερα είναι απλώς μια άσχημη επικόλληση, ένα κακότεχνο κολάζ. Με το Ottomania προσπάθησα να αφήσω την σύντηξη (fusion) να αναπτυχθεί από μόνη της. Ως εκ τούτου, ήταν απαραίτητο για τις δύο πλευρές να κάνουν ένα βήμα η κάθεμία προς την άλλη. Με την Kudsi Erguner’s Εnsemble από τη μία πλευρά και τρεις σπουδαίους μουσικούς από τη διεθνή τζαζ σκηνή—τον γερμανό  Christof Lauer (σαξόφωνο), τον γάλλο Michel Godard (τούμπα και οφίαυλος), και τον αμερικανό Mark Nauseef (ντραμς)–– από την άλλη, το Ottomania έκανε επιτυχώς αυτό το βήμα».

Ο Kudsi Erguner έχει δώσει συναυλίες και έπαιξε σε μεγάλα φεστιβάλ σε ολόκληρο τον κόσμο. Έχει ερευνήσει τη μουσική της Ινδίας, του Πακιστάν και της Τουρκίας, δημιουργώντας διαφορετικά μουσικά σύνολα, ηχογραφώντας πολλά άλμπουμ, κι έχει συνεργαστεί με διάσημους καλλιτέχνες όπως ο Peter Gabriel (Passion, Us), ο Μωρίς Μπεζάρ, ο Peter Brook, ο Γιώργος Απέργης, ο Didier Lockwood και ο Michel Portal.
Έχει τεκμηριώσει και αναβιώσει ξεχασμένες,  σχεδόν, μουσικές παραδόσεις και τις έφερε στην προσοχή του δυτικού κοινού, εξασφαλίζοντας τους μια θέση στην πολιτιστική κληρονομιά της Ευρώπης.

Kudsi Erguner
Islam Blues (2001)

01 One Word
02 Adjem Blues
03 Mediterranien
04 Sarki
05 Camel
06 Moonrise
07 Twins


Μουσικοί:

Kudsi Erguner - Ney
Mark Nauseef - Drums
Nguyên Lê - Guitar
Renaud Garcia Fons - Contrabass
Karim Ziad - Drums (track 7 only)

Συμμετέχει σύνολο τούρκικων παραδοσιακών οργάνων και φωνών

 https://mega.nz/#!8sxgxCgC!DB-iRS_8ZHOXslHVWbYUzQIXadROnydsvFVniFtth4I

Σάββατο, 6 Νοεμβρίου 2010

The Sextet Of Orchestra U.S.A. : Theatre Music of Kurt Weill


Το άλμπουμ που προτείνει και μοιράζεται μαζί σας για τον μήνα Νοέμβριο η Εταιρεία Διαπολιτισμικών Σπουδών είναι το The Sextet Of Orchestra U.S.A. , Theatre Music of Kurt Weill. Ένας αρκετά σπάνιος δίσκος, πλέον, που αξίζει να ακούσετε.

Μουσικοί:
Κομμάτια 1-3 ~ Ηχογράφηση στη Νέα Υόρκη, 10 Ιανουαρίου 1964
Eric Dolphy (φλάουτο, άλτο σαξόφωνο, μπάσο κλαρινέτο), Nick Travis (τρομπέτα), Mike Zwerin (μπάσα τρομπέτα), John Lewis (πιάνο), Richard Davis (μπάσο), Connie Kay (ντραμς).

Κομμάτια 4-10 ~ Ηχογράφηση στη Νέα Υόρκη, 1 Ιουνίου 1965
Thad Jones (κορνέτα), Mike Zwerin (μπάσα τρομπέτα και διεύθυνση ορχήστρας), Jerome Richardson (άλτο σαξόφωνο, μπάσο κλαρινέτο), Jimmy Raney (κιθάρα), Richard Davis (μπάσο), Connie Kay (ντράμς).




 Περιεχόμενα κομμάτια:

  1. Alabama Song (5:22)
  2. Havanna Song (6:16)
  3. As You Make Your Bed (5:26)
  4. Mack the Knife (5:04)
  5. Bilbao Song (3:47)
  6. Barbara Song (5:04)
  7. Pirate Jenny (3:34)
  8. Mack the Knife (alt. take) (4:50)
  9. Bilbao Song (alt. take) (3:45)
  10. Pirate Jenny (alt. take) (4:23)


 https://mega.nz/#!c4JyADQY!KgcobXMUK3Hb_EhfCxRRnBfhVJFwR4UCvnIYRyJklWw


Τρίτη, 26 Οκτωβρίου 2010

Tony Scott: African Bird- Come Back! Mother Africa


Κάθε μήνα από αυτό το δικτυακό τόπο η Εταιρεία Διαπολιτισμικών Σπουδών θα προσφέρει στους φίλους κι επισκέπτες ένα μουσικό άλμπουμ. Γι αυτό το μήνα επιλέξαμε το άλμπουμ African Bird- Come Back! Mother Africa, ενός σπουδαίου μουσικού, του Tony Scott, πασίγνωστου για τις διαπολιτισμικές του αναζητήσεις στη μουσική καθώς και για το "πάντρεμα" μουσικών απ' όλον τον κόσμο με τη τζαζ. Ελπίζουμε να το απολαύσετε.

 Περιεχόμενα:
1. African Bird (Suite)
2. Spirits Return
3. Spirits Dance
4. Come Back Mother Africa
5. African Bird
6. Requiem For Lost Spirits

Μουσικοί:

Tony Scott: Clarinet, Piano, Vocals, Multi Instruments
Chris Hunter: Flute, Sax (Alto)
Giancarlo Barigozzi: Flute, Flute, Bass, Mixing
Jacqui Benar: Vocals
Glenn Ferris: Trombone
Robin Jones: Percussion, Bongos, Multi Instruments
Duncan Kinnell: Marimba
Karl Potter: Conga, Multi Instruments





 https://mega.nz/#!R0AXDKpS!VeKa6ki71DsekjuVVNGyjWrDhTJcoVkraOwakxMS0k4

Παρασκευή, 22 Οκτωβρίου 2010

ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗΣ: Η ΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ

Παρουσίαση του βιβλίου τού Φώτη Τερζάκη, Η αυλακιά του Ρεμπώ (Πανοπτικόν 2010), στο βιβλιοπωλείο «Πρωτοπορία» στη Θεσσαλονίκη, στις 11 Οκτωβρίου 2010.

Θέλω να χαιρετίσω την παρουσία του Φώτη Τερζάκη και να εκφράσω τη χαρά μου για την αφορμή της άφιξής του και της συνάντησής μας, εννοώ βεβαίως την Αυλακιά του Ρεμπώ. «Κανονικά», δεν θα είχα να πω πολλά πράγματα για ένα τέτοιο βιβλίο. Πρώτον, γιατί εγώ δεν είμαι ταξιδευτής αλλά όμηρος του εκάστοτε τόπου διαμονής, ή αλλιώς ένας κατεξοχήν δυσκίνητος που δεν ενθουσιάζεται όπως ο μακαρίτης ο Bruce Chatwinn για το αεικίνητο αλλά προτιμά τις ανεπαίσθητες τροποποιήσεις της ρουτίνας, τις αποχρώσεις της εδραίας ζωής. Και δεύτερον γιατί ως αθεράπευτα ευρωκεντρικός στις αναγνώσεις κι εν γένει στις πολιτισμικές μου αγκυλώσεις, λίγα πράγματα γνωρίζω από την Αφρική, από τους τόπους και τις κουλτούρες που ξέρω ότι συγκινούν και εμπνέουν τον συγγραφέα. Η ίδια του η σκέψη προσφέρει ωστόσο ερεθίσματα για μια συνάντηση, για μια συνομιλία μέσ' από την απόσταση και τη διαφωνία και όχι κατ' ανάγκη μέσα από ταυτίσεις και συμπτώσεις. Η σκέψη. Και βεβαίως η γραφή, η «λογοτεχνικότητα» όπως έλεγαν παλαιότερα, που κατά τη γνώμη μου αναδεικνύει και τις διακριτές ποιότητες του συγκεκριμένου κειμένου.

Παρότι λοιπόν αταξίδευτος με τα σύγχρονα δεδομένα, αναγνωρίζω στο εγχείρημα του Τερζάκη μιαν αφετηρία που νομίζω ότι είναι σημαντική εφόσον αποσαφηνίζει το πεδίο: η αφετηρία είναι η αναγνώριση του χάσματος, της τομής ανάμεσα στον ταξιδευτή και στον τουρίστα. Ο πρώτος, όπως ξέρουμε, γίνεται όλο και πιο σπάνια περίπτωση. Σχεδόν αδύνατη. Ο δεύτερος τείνει να γίνει ένα από τα «υποκείμενα» της παγκοσμιοποίησης ως ατραξιόν για την τόνωση του κουρασμένου δυτικού ανθρώπου, για την αξιοποίηση της διαρκούς κινητικότητας προς αναζήτηση ενός προκάτ εξωτισμού. Στο ιδιόμορφο ταξιδιωτικό χρονικό που έχουμε εδώ ο αφηγητής είναι ή επιδιώκει να είναι ένας αντι-τουρίστας. Με ποια έννοια; Με την έννοια ότι θέλει να κόψει τις άγκυρες με το οικείο, με τις σταθερές της ίδιας του της ζωής και να ανοιχτεί, με όση ειλικρίνεια μπορεί, σε μια εμπειρία ελευθερίας. Γι' αυτό νομίζω ότι και η γραφή του έχει το ελεύθερο να μετακινείται από το αυτοβιογραφικό θραύσμα στο μικρό ιστορικοπολιτικό χρονικό, από το υπαρξιακό στο «ιστορικό» τοπίο, από την ποιητική του εξωτερικού τοπίου στα βαθύτερα στρώματα του εαυτού.

Πριν από κάποιες δεκαετίες, στις αρχές της δεκαετίας του '30, ο γάλλος υπερρεαλιστής Μichel Leiris επιχείρησε ένα ταξίδι στην Αφρική εγκαινιάζοντας, όπως ειπώθηκε, ένα είδος υπερρεαλιστικής εθνογραφίας με έντονα αυτοβιογραφικά στοιχεία. Επανερχόμενος στο νόημα αυτού του ταξιδιού ο Leiris λέει ότι βρίσκει στην Αφρική την παρουσία στο συγκεκριμένο, την ικανότητα επαφής με τα πράγματα και τη συγχώνευση (fusion) με τη φύση. Η Αφρική του Leiris είναι κυρίως η αφρικανική γιορτή ως ενσάρκωση της ενότητας ανθρώπου και φύσης στον αντίποδα του ατόμου των κοινωνιών της λειτουργικής εξειδίκευσης και του ψυχικού κατακερματισμού. Βέβαια ο Leiris, όπως και ο Gide πριν από αυτόν, ταξιδεύουν στις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα και κινούνται μέσα στον κόσμο που έχει «φτιάξει» η αποικιοκρατία. Η πρώτη εντύπωση μας λέει ότι μια παρόμοια αναζήτηση της αυθεντικής παρουσίας και του αδιαμεσολάβητου βάθους της ζωής εμφανίζεται και στο βιβλίο του Τερζάκη ως ένα είδος καθοδηγητικού νήματος του ταξιδευτή. Το κείμενο «Ένας βράχος στη θάλασσα» διαβάζεται, κατά τη γνώμη μου, ως μια εισαγωγή σε αυτό το θέμα με τις έξοχες αναφορές στη φυτική ζωή, στη πέτρα και στους κρυστάλλους. Αλλά πρέπει να φτάσει κανείς στις τελευταίες σελίδες της Αυλακιάς για να καταλάβει ότι τα πράγματα είναι πιο σύνθετα στην περίπτωση του Τερζάκη. Εκεί λοιπόν αποκαλύπτει στον αναγνώστη του ότι οι εμπειρίες του ταξιδιού υπαγορεύονται από ένα είδος καταδίκης στη γραφή. Ότι δεν είναι καρπός μιας ελεύθερης επιλογής αλλά μια μορφή πεπρωμένου. Η προτίμηση για αυτή τη φυγή υπακούει στο πεπρωμένο της στοχαστικής-ποιητικής της επεξεργασίας: « Όλοι νομίζουν ότι αγαπώ τα ταξίδια. Υπήρξε καιρός μάλιστα που το πίστεψα κι εγώ. Η αλήθεια είναι ότι τα ταξίδια με σκοτώνουν» (σελ. 141). Ο ταξιδευτής προβάλλει εδώ ως ο άνθρωπος που «μαθητεύει στην κατακρήμνιση», αυτός που ανταλλάσσει το αίμα του με μελάνι, τη ζωή με τη γραφή. Και θα δούμε ότι αυτή η ανταλλαγή του αίματος με το μελάνι εξηγεί και την ιδιόρρυθμη στάση τού ταξιδευτή-αφηγητή έναντι του ταξιδιού και των ανθρώπων που συναντά στο δρόμο του: στάση στην οποία επιβεβαιώνεται ταυτοχρόνως η αφοσίωση και η προδοσία, μια θέληση για αγάπη και συνάμα η επίγνωση ότι ο συγγραφέας δεν μπορεί να υπηρετήσει και να ανταποκριθεί σε αυτή τη θέληση.

Ο ταξιδευτής είναι επίσης αυτός που παθιάζεται με τα «περάσματα» γνωρίζοντας, όπως μας εξομολογείται επίσης, ότι η εξορία του είναι δίπλευρη: τόσο από τον κόσμο της αφετηρίας (Ελλάδα, Δύση) όσο και από τον τόπο του προορισμού (Κέρας της Αφρικής). Ενδεχομένως αυτή η δίπλευρη εξορία να είναι και η προϋπόθεση για την αναζήτηση νοήματος σε συνθήκες σπανίζοντος νοήματος. Αλλά η δραστική γοητεία του συγκεκριμένου κειμένου βρίσκεται νομίζω στον τρόπο με τον οποίο εναλλάσσει διαφορετικές προοπτικές νοήματος στη γραφή του. Στη δική μου ανάγνωση ξεχωρίζω συγκεκριμένα τρεις τέτοιες προοπτικές νοήματος και αντίστοιχα πεδία αφηγηματικής δοκιμασίας: 1) τη σχέση του ταξιδευτή με το ταξίδι, το φυσικό τοπίο και τον άλλον άνθρωπο, 2) την χρήση του ταξιδιού ως οχήματος για ένα ευρύτερο, πολιτικό στην ουσία του, αναστοχασμό και 3) την επάνοδο του υποκειμένου (του ταξιδευτή-αφηγητή) στον εαυτό του με την έννοια ενός αναλογισμού για την ταυτότητά του, για τα ίχνη και τα σημάδια του προσωπικού του πεπρωμένου. Το κωδικοποιημένο δρομολόγιο αυτής της δοκιμασίας θα ήταν το εξής: από την Αντίς Αμπέμπα στην γενέθλια πόλη των Πατρών, και από την Μπιρτουκάν (την ερωτική γνωριμία του ταξιδιού στην Αιθιοπία) στο κάδρο με την ημίγυμνη μαύρη γυναίκα στο πατρικό σπίτι που ήταν, ήδη από τότε, μια μοιραία προεικόνιση της Μπιρτουκάν.

Τολμώ να υποβάλω την υπόθεση ότι σε αυτές τις τρεις προοπτικές αποκαλύπτεται «το συγγραφικό είδωλο» του Τερζάκη και ο διαμοιρασμός του ανάμεσα σε έναν ριζοσπαστικό ανθρωπισμό και σε κάτι που, ελλείψει άλλου όρου, θα ονομάσω μαγικό υλισμό. Ο ριζοσπαστικός ανθρωπισμός δεν έχει εδώ καμία σχέση με την επιβεβαίωση της εξουσίας του υποκειμένου επί του φυσικού-υλικού κόσμου αλλά με τον αδιόρθωτο και συνεχή σκανδαλισμό του γράφοντος μπροστά στις διάφορες μορφές θεσμικής βίας προς τον πιο αδύναμο, τον ευάλωτο, τον καταπιεσμένο. Αυτός είναι αν θέλετε και  ο μεταφυσικός «αριστερισμός» του Τερζάκη: ότι συνεχίζει πάντοτε να αισθάνεται την πιο έντονη αποστροφή για οτιδήποτε αναπαράγει την αναξιοπρέπεια και την ανθρώπινη αθλιότητα.  Παρένθεση: Αν ήταν ένας «αναρχικός της δεξιάς» ή ένας μεταμοντέρνος εστέτ θα έβρισκε ίσως ηδονική αυτή την αθλιότητα και αξεπέραστη οντολογικά τη μικρότητα και την παλιανθρωπιά. Μια ορισμένη σαγήνη του κακού θα ήταν, επίσης, συστατικό αυτού του αριστοκρατικού νομαδισμού. Αλλά ο Τερζάκης παραμένει με τον τρόπο του μέσα σε μια παράδοση που δεν αναγνωρίζει ως φυσικό το εγκαθιδρυμένο ή το ιστορικά «επικυρωμένο». Αναζητεί, ως εκ τούτου, τα περάσματα της δυνατής υπέρβασης ακόμα και αν υποψιάζεται το βάθος των μηχανισμών της αιώνιας επιστροφής του Ιδίου.

Δεν θέλω εδώ να πιστέψετε ότι απομακρύνομαι από την Αυλακιά του Ρεμπώ για ν' ανοίξω άλλα κεφάλαια. Γιατί, όπως είπα, δίπλα σε αυτόν τον βαθύρριζο ριζοσπαστικό ανθρωπισμό αναγνωρίζω και κάτι που αποκάλεσα μαγικό υλισμό του συγγραφέα. Αυτό είναι και το πιο σκοτεινό είδωλο της συγκεκριμένης διανοητικής ταυτότητας. Ίσως και το πιο παρεξηγήσιμο αφού εδώ ακουμπά η δομική, ενίοτε σαρωτική, κριτική στον δυτικό πολιτισμό και στις αξιώσεις ισχύος του  ευρω-αμερικανικού ορθολογισμού. Μην φανταστούμε πάντως τον μαγικό υλισμό ως μια αφελή υπεράσπιση της φύσης έναντι του πολιτισμού, ως έναν βιοκεντρισμό που διατηρεί εν τέλει τον δυισμό φύσης/κοινωνίας απλώς αντιστρέφοντας το δίπολο και αποθεώνοντας τον παραδοσιακά «υπεξούσιο» των πόλων, τη φύση, την αγριότητα, την «πρωτογονικότητα»,  κλπ. Η χειρονομία του Τερζάκη είναι οριακά διαλεκτική εφόσον η αφετηρία της είναι μια ήδη δρώσα συσχέτιση φυσικού/τεχνητού, φυσικού/ πολιτισμικού, δυτικού/ μη δυτικού. Το ζητούμενο παραμένει έτσι εκείνη η διαμεσολάβηση, εκείνη η πολιτική ή πολιτισμική μορφή που θα αποκλείει όσο το δυνατόν περισσότερο τη βία και το πολιτικό κακό. Με άλλα λόγια, ο μαγικός υλισμός του διορθώνεται από το υπόστρωμα του ριζοσπαστικού ανθρωπισμού, ο βιοκεντρισμός «ελέγχεται» και μετριάζεται από τις κοινωνικές (ταξικές ακόμα, γιατί όχι) απελευθερωτικές μέριμνες που πάντα διατηρούνται ακόμα και μέσα στις πιο ονειρικο-μυστικές στιγμές αυτής της γραφής.

Συγχωρήστε με αν διολίσθησα σε μια ορισμένη φιλοσοφική αργκό. Αλλά και αυτό το βιβλίο έχει πολλά περάσματα προς τα άλλα κείμενα του συγγραφέα διατηρώντας την αυτονομία του, την λογοτεχνική του ακεραιότητα. Από τα ωραιότερα περάσματα είναι, κατά τη γνώμη μου, και η ιστορία με την Μπιρτουκάν που ήδη υπαινίχθηκα την παρουσία της και τη σημασία της. Σε αυτή τη μικρή ιστορία ατελέσφορου δεσμού ο ταξιδιώτης ανακαλύπτει, ίσως για άλλη μια φορά, τα όρια της φυγής ή της αποστασίας από την ταυτότητα που του έλαχε, από την καταδίκη του στη γραφή. Οι επιλογές του  --επιλογές κάθε ταξιδιώτη--  είναι δύο: ή να προχωρήσει μέχρι τέλους στη φυγή, στην εξερεύνηση του άλλου, στον έρωτα, ή να φτάσει ως ένα σημείο ωσότου παραδεχθεί ότι ανάμεσα στις πολλές του κλήσεις/αλήθειες υπάρχει μία που τον περιέχει περισσότερο από τις άλλες: αυτή η κλήση/αλήθεια είναι εκείνο που ο πλέον ευρωκεντρικός κλασικιστής, ο George Steiner, θ' αποκαλούσε «το πάθος έξω από την Εδέμ». Το πάθος έξω από την Εδέμ σημαίνει ότι ο συγγραφέας ή, για να χρησιμοποιήσω μια παρωχημένη έκφραση, ο πνευματικός άνθρωπος είναι εντέλει ένα παράσιτο της ζωής, μια λέπρα στον κόσμο, μια προδοτική εμμονή: δεν είναι έτσι προορισμένος να διορθώσει τον κόσμο υποσχόμενος την έλευση του Καλού ή του Ωφέλιμου. Η χρησιμότητά του είναι περισσότερο αυτή ενός «παρατηρητή» των κατακρημνίσεων, των αποτυχιών, των λοξών προσπαθειών του εύθραυστου ατόμου προς αναζήτηση νοήματος.

Η Αυλακιά του Ρεμπώ μπορεί να χαρακτηριστεί ως μια μαρτυρία πάθους, μαρτυρία η οποία διατηρεί σε ισορροπία τα ποιητικά, φιλοσοφικά κι εθνογραφικά ερωτήματα μιας αποσπασματικής αυτοβιογραφίας.

Σάββατο, 16 Οκτωβρίου 2010

Αυτοκρατορία και παγκόσμιος εμφύλιος πόλεμος





Στίς 29 Μαΐου, στο πλαίσιο του πολιτικού προγράμματος του αντιεξουσιαστικού φεστιβάλ της εφημερίδας Βαβυλωνία, διεξήχθη η συζήτηση “Αυτοκρατορία και παγκόσμιος εμφύλιος πόλεμος”, βασισμένη πάνω στις ιδέες του βιβλίου Αυτοκρατορία των Antonio Negri και Michael Hardt.

Ομιλητές στη συζήτηση ήταν ο ένας εκ των δύο συγγραφέων, Michael Hardt, καλεσμένος του b-fest, o Φώτης Τερζάκης και ο Harry Halpin.

http://i523.photobucket.com/albums/w359/DMW65/Blogger/1.jpg

Βίντεο: http://poetrybar.blogspot.com/2010/06/blog-post.html

Δείτε ακόμα

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...