Σελίδες

▼

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2026

Ο Φώτης Τερζάκης παρουσιάζει τη συλλογή διηγημάτων της Έλσας Λιαροπούλου Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Δεν είμαι κριτικός λογοτεχνίας, και όσα θα σας πω για το βιβλίο της Έλσας Λιαροπούλου μπορείτε να τα εκλάβετε ως απλές αναγνωστικές ανταποκρίσεις ενός ερασιτέχνη. Γνωρίζω καλά όμως το σύνολο του έργου της, τρεις συλλογές διηγημάτων κι ένα μυθιστόρημα, και είμαι σε θέση να βεβαιώσω για κάποια πάγια γνωρίσματά του. Ως συγγραφέας, η Έλσα Λιαροπούλου είναι αυτό που λέμε ολιγογράφος. Παρότι πειραματίζεται συνεχώς με τη γραφή, πολύ λίγα πράγματα κρίνει δημοσιεύσιμα. Έτσι, το δημοσιευμένο της έργο περιορίζεται, όπως είπα, σε τρεις συλλογές διηγημάτων —Οι άλλες (1991), Πλην ενός (1998), και την τωρινή Επιστροφή— με την παρεμβολή ενός μυθιστορήματος – Ο σύλλογος (2001). Παρατηρήστε επίσης την αραιότητα των χρονολογιών.  Τα γραπτά αυτά έχουν έναν αποσταγματικό χαρακτήρα, δείγμα των πολύ υψηλών κριτηρίων που θέτει στον εαυτό της η συγγραφέας και που συχνά δρουν, θα έλεγα, αυτοπεριοριστικά και αυτοανασταλτικά.

Τόσο το ύφος όσο και η θεματογραφία των διηγημάτων της παρουσιάζουν μιαν αξιοσημείωτη συνέχεια από το πρώτο της βιβλίο ώς το σημερινό. Προτιμά ως επί το πλείστον την τριτοπρόσωπη αφήγηση· οι ήρωές της είναι μοναχικοί και αβυσσαλέοι χαρακτήρες, κατά συντριπτική πλειονότητα γυναίκες, αλλά μερικές φορές και άνδρες, πιασμένοι σε παράδοξες καταστάσεις, όπου ο ρεαλισμός των περιγραφών συμπλέκεται αδιαχώριστα με το ονειρώδες στοιχείο. Η δεξιοτεχνική χρήση του γκροτέσκου παραπέμπει στον κεντροευρωπαϊκό εξπρεσιονισμό, παράδοση στην οποία έχει τις εμφανέστερες οφειλές και η οποία σφραγίζει ένα ύφος κατακτημένο ήδη από το πρώτο της βιβλίο.

Αυτά τα στοιχεία επανέρχονται —επιστρέφουν, θα έλεγα— στη συλλογή διηγημάτων που παρουσιάζουμε σήμερα με τον τίτλο Η επιστροφή. Έντεκα σύντομα, πυκνά αφηγήματα γραμμένα μέσα στην τελευταία δεκαετία που κορυφώνουν το πεζογραφικό της επίτευγμα. Παρ’ όλο που για την ίδια υπάρχει ένα θεματικός άξονας που τα συνέχει, όπως υποβάλλεται από τον τίτλο και το πλατωνικό χωρίο που έχει διαλέξει ως προμετωπίδα —θα επανέλθω σ’ αυτό—, δεν είναι διόλου προφανής από πρώτη ματιά στον αναγνώστη. Η διαρκής αμφισημία είναι ένα από τα πλέον ιδιοσυγκρασιακά γνωρίσματα της γραφής τής Έλσας Λιαροπούλου. Οι χαρακτήρες παρουσιάζουν αβυθομέτρητες μεταπτώσεις, οι αλληλουχίες των γεγονότων έχουν απρόβλεπτες καταλήξεις και οι οπτικές γωνίες πάνω στα ίδια γεγονότα αλλάζουν αιφνίδια, φωτίζοντάς τα από τις πιο απροσδόκητες σκοπιές. Η συγγραφέας χειρίζεται μια παλέτα ακραίων και αντικρουόμενων συναισθημάτων —ηδονή και αηδία, φόβο και αγαλλίαση, λαχτάρα και ανησυχία— σε ιλιγγιώδη εναλλαγή. Υπάρχει ρεαλισμός σε όλο αυτό; Βεβαίως και υπάρχει… Δείτε τις μακροσκελείς, εξαιρετικά λεπτομερείς περιγραφές των φαγητών, των ποτών και των εδεσμάτων (που θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν και σαν σύμβουλος μαγειρικής!), ή τις εξονυχιστικές περιγραφές εσωτερικών χώρων· ή ακόμα κάποιες φυσιογνωμικές λεπτομέρειες που φιλοτεχνούν διασκεδαστικές προσωπογραφίες… Υπάρχει επίσης ένα λυρικό ρεύμα που υπορρέει αυτή τη γραφή και, παρά τις προσπάθειες να συγκρατηθεί, να υποταχθεί δηλαδή στην εγκεφαλική σύλληψη, ξεχειλίζει κάποιες στιγμές ασυγκράτητο, ιδίως στις περιγραφές της φύσης. Μπαίνω στον πειρασμό να παραθέσω:   

 

Είχε αφήσει το κτήμα έτσι όπως το είχε αντικρίσει για πρώτη φορά, άγριο και αδάμαστο, έρμαιο του αέρα. Βελανιδιές, αγριελιές, καρυδιές, καστανιές, πουρνάρια, άγριες μέντες, βάλσαμο, ρίγανες και θυμάρια εύρισκαν τη θέση τους ανάκατα με αγριόχορτα και περίεργα φυτά με ανθεκτικά λουλούδια και ανεξίτηλα χρώματα […] Τη χαιρέτησε και πρότεινε αβίαστα να θαυμάσουν τον ουρανό, που πότε σκοτείνιαζε, πότε φωτιζόταν από αστραπές, και τις σκιές που έτρεχαν πάνω στα βράχια σαν θεόρατα πουλιά […] Είχε μείνει για ώρες στη μικρή βεράντα, στην είσοδο του σπιτιού της και παρατηρούσε μαγεμένη τα παιχνίδια που έκανε ο ήλιος με τα σύννεφα, τις μεγάλες σκιές που έτρεχαν στο οροπέδιο που βρισκόταν μπροστά της. Σκιές άλλοτε τεράστιες σαν αρπαχτικά που έρχονταν καταπάνω της, κι άλλοτε μικρές κι αινιγματικές σαν λουλούδια που δεν έχουν ακόμη ανθίσει («Το καταφύγιο»). Τα νερά της λίμνης ήταν ήσυχα και σκοτεινά, σκούρα πράσινα, σχεδόν μαύρα. Γυάλιζαν περίεργα κι ήταν πηχτά, νόμιζε κανείς πως μπορούσε να τα κόψει με το μαχαίρι. Γυάλιζαν, και τόπους-τόπους άστραφταν με μια ασημί απόχρωση, που, παρότι μεσημεράκι, δημιουργούσε ένα μούχρωμα, την αίσθηση της δύσης του ήλιου και της αναμονής του φεγγαριού («Η λίμνη»).

 

Οι σκιές, πανταχού παρούσες, είναι το αναγνωριστικό αυτού του σκοτεινού ρομαντισμού. Γιατί τόσο η λυρική φλέβα όσο και η ρεαλιστική παρόρμηση δεσμεύονται από κάτι πολύ πιο δεσπόζον, αυτό που ονόμασα εξπρεσιονιστικό ή «μαύρο» στοιχείο: ανάμεσα στην πραγματικότητα και την παραίσθηση, που είναι η υπαρξιακή τονική όλων των ηρώων, σιγοβράζει μια διαρκής, υπόκωφη απειλή, που συχνά ξεσπάει σε απερίφραστη καταστροφή – ή, ακόμα συχνότερα, σε απότομη ματαίωση, για τους ήρωες όσο και για τον αναγνώστη.

Και τα δύο παραπάνω στοιχεία, ο λυρισμός και ο συγκρατημένος τρόμος, πουθενά δεν βρίσκονται πιο αριστοτεχνικά δεμένα όσο στο διήγημα «Η λίμνη». Πραγματική πρωταγωνίστρια εδώ είναι η ίδια η λίμνη, που σαν αρχέγονη, σκοτεινή παγανιστική θεότητα γοητεύει και τρομάζει ταυτόχρονα, εμφυσά από την πρώτη στιγμή ένα διφορούμενο ρίγος, που κλιμακώνεται αργά, απειλητικά μέχρι την τραγική κατάληξη. Διαβάζουμε:

 

Κάποιος ονειροπαρμένος από το διπλανό χωριό είχε πει ότι είδε να σηκώνεται τρομερός αέρας και τα παιδιά, μαζί με τη βάρκα, να χάνονται μέσα σ’ έναν ανεμοστρόβιλο. Το μόνο που μπορούσε να περιγράψει ήταν χέρια που κινιόντουσαν χορευτικά στον ορίζοντα, σαν πλοκάμια από τεράστιες μέδουσες, ήταν να χέρια των παιδιών που ζητούσαν βοήθεια. Δεν είχε ακούσει φωνές, τα πάντα είχαν γίνει μέσα σε απόλυτη σιγή, κανένας ήχος, μόνο ένα φως —να’ ταν εκείνο της πανσελήνου;— , ο μάρτυρας επέμενε ότι ήταν έντονα πράσινο, και στο κέντρο, εκεί που συναντιόντουσαν τα χέρια κι εξαφανίζονταν μέσα σε στρόβιλο, βαθύ-βαθύ πράσινο […] Τα αισθανόταν να του γλύφουν τα πόδια. Πράσινα νήματα, που ξετυλίγονταν απ’ τη λίμνη, ανέβαιναν αέρινα προς τον ουρανό και συναντιόντουσαν στη σελήνη που έμοιαζε τεράστια και σε κίνηση. Τα πράσινα μέσ’ στη σελήνη σείονταν απαλά, σκίαζαν το φως, έρχονταν και πήγαιναν, ξαναγυρνούσαν στη λίμνη, κάλυπταν τον ουρανό, τα δέντρα, τον ίδιον. Δεν ακουγόταν απολύτως τίποτα. Όμως εκείνος καταλάβαινε ότι ήχοι, εικόνες και αφές είχαν ενωθεί σε μία αίσθηση, είχαν μετατραπεί σε σκιές που του ήταν οικείες, που η πηγή τους βρίσκεται μακριά και κοντά συνάμα […] Η λίμνη απλωνόταν μπροστά τους ανεξιχνίαστη κι απρόσιτη. Τα νερά ήταν κατάμαυρα. Καμία ζωή, καμία κίνηση, ήταν απροσπέλαστα ακόμη και στις αχτίνες του φεγγαριού που μάτωνε και σειόταν πάνω της. Μόνο κάποιες στιγμές τόπους-τόπους κοκκίνιζε και ιρίδιζε. Ήταν σαν να έβγαιναν και να ξεχείλιζαν από τα σωθικά της κηλίδες και σχήματα, που έσπευδαν αμέσως να επιστρέψουν στην πηγή τους, στα βάθη, όπου δεν έφτανε το φως και τα πάντα λούφαζαν σαν αλυσοδεμένα.

 

Η σκιά του θανάτου και της ματαίωσης πλανιέται σε όλες τις σελίδες του βιβλίου, είναι το πραγματικό του θεματικό κλειδί, νομίζω. Και αυτό μας επιτρέπει να επανέλθουμε στον αινιγματικό τίτλο και τις συνδηλώσεις του. Πέραν των εσκεμμένων προθέσεων της συγγραφέως, υπάρχει εδώ ίσως μια ασυνείδητη συγγραφικά αυτοαναφορά, αν σκεφτεί κανείς ότι μια ολόκληρη εικοσιπενταετία χωρίζει αυτή την έκδοση από το τελευταίο προηγούμενο βιβλίο της. Αλλά η ρητή συγγραφική πρόθεση προδίδεται στην προμετωπίδα, το περίφημο πλατωνικό χωρίο της Πολιτείας που περιγράφει τους δεσμώτες του σπηλαίου. Σαν να μας λέει, κάθε απόπειρα εξόδου είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, η επιστροφή στον αόρατο εγκλεισμό που συνιστά η ζωή τού καθενός ελλοχεύει σαν μοίρα. Οι ιστορίες που μας αφηγείται είναι, πράγματι, ιστορίες αποτυχημένων διαφυγών – ενώ απεναντίας ο θάνατος, που έχει κάτι παράδοξα ανακουφιστικό, μοιάζει να υπόσχεται κάτι που αρνείται η ζωή, μια χαραμάδα εξόδου.

Υπάρχει ωστόσο εδώ ένα πρόσθετο στοιχείο, καινούργιο απ’ όσο μπορώ να πω στη διηγηματογραφία της Έλσας Λιαροπούλου, ένα στοιχείο συγγραφικής αυτοσυνειδησίας που υπεισάγεται μέσα στην αφηγηματική πλοκή. Είναι ένας αναστοχασμός πάνω στην ίδια της τη γραφή, ένας αναστοχασμός, τελικά, πάνω στη λογοτεχνική πράξη. Εμφανίζεται στα δύο τελευταία διηγήματα, όπου οι ηρωίδες προσπαθούν να γράψουν, και μιλούν οι ίδιες για τη συγγραφική τους περιπέτεια. Η ηρωίδα του διηγήματος «Το παιχνίδι των λέξεων», για παράδειγμα —και παραθέτω από το διήγημα— ,

 

αισθανόταν ότι ο μύθος ήταν αδύναμος, δεν είχε δική του αλήθεια, τι νόημα έχει μια κατασκευή, αν δεν μπορεί να πείσει. Αυτή η ιστορία μετατρεπόταν στο χαρτί σε αφήγηση χωρίς περιεχόμενο, μάλλον αποκτούσε το νόημα αυτό που κουβαλούν τα αδικαιολόγητα πράγματα, όταν μάταια προσπαθεί κάποιος να τα δικαιολογήσει [...] Τώρα πάντως ήθελε να ξεμπερδεύει με το διήγημά της, να το πετάξει, να το σκίσει, να το καταχωνιάσει, να το διορθώσει δεν είχε σημασία πώς, δυο χρόνια δεν την άφηνε να κάνει κάτι άλλο. 

 

Με τον τρόπο αυτόν η Λιαροπούλου μας φέρνει μέσα στο συγγραφικό εργαστήρι, ανοίγει μια χαραμάδα στη συγγραφική αγωνία που είναι η πίσω όψη, αόρατη στον συνηθισμένο αναγνώστη, του συντελεσμένου έργου. Μοιράζεται με τον αναγνώστη το δύσκολο ερώτημα του τί έχει πραγματικά επιτευχθεί. Υποβάλλει και πάλι το αιώνιο ερώτημα που στοιχειώνει τη λογοτεχνία: τί είναι πραγματικότητα και τι κατασκευή; Τι θα πει «λέω μια ιστορία»;

Άπαξ και τόλμησε όμως αυτή τη συγγραφική ειλικρίνεια, δεν διστάζει να κάνει ακόμα ένα βήμα: να μιλήσει σε πρώτο πρόσωπο πλέον για το συγγραφικό της σχέδιο, να μας δώσει η ίδια το κλειδί της ανάγνωσής του. Το κάνει στο τελευταίο διήγημα, «Ντομάτες», μια ιστορία εγκιβωτισμένη σε μία άλλη ιστορία, πλαίσιο της οποίας είναι η συνάντηση της συγγραφέως με μια μελλοθάνατη καρκινοπαθή που γράφει. Σε αυτή τη μοναδική πρωτοπρόσωπη αφήγηση όλου του βιβλίου, η συγγραφέας εξομολογείται:

 

Εκείνο το διάστημα προσπαθούσα να γράψω μια συλλογή διηγημάτων εμπνευσμένη από το σπήλαιο του Πλάτωνα. Με είχε γοητεύσει η ιδέα να μετατρέψω την κοπιώδη πορεία προς το φως , το αγαθό και τη γνώση σε αντίστροφη πορεία προς τα έσω και τις σκιές, σε εν μέρει συνειδητή και οπωσδήποτε ανακουφιστική επιστροφή στο ομιχλώδες τοπίο των δεσμωτών και ίσως και της παραίτησης […] Αυτή η ιδέα με την επιστροφή στις σκιές ήταν δοκιμασία, γιατί ερχόταν σε πλήρη αντίθεση, όχι μόνο με τον ψυχισμό μου, αλλά και με τις πολιτικές, κοινωνικές, ακόμη και ηθικές αξίες που με ταλανίζουν […] Να αγαπήσω τους ήρωες σε οποιαδήποτε συνθήκη, να τους φερθώ καλά, να τους απελευθερώσω από μένα, είναι ένα στοίχημα, μια πρόκληση. Γι’ αυτό το παιχνίδι με τις σκιές ήταν ο στόχος της λογοτεχνικής μου δραστηριότητας, ήθελα να πετύχω την πειστικότητα των χαρακτήρων, χωρίς να τους πολυεμπιστεύομαι, χωρίς καν να θεωρώ ότι μπορούν να σταθούν και να πείσουν, να μη χωρίσω τις κουβέντες τους που δεν θέλανε απάντηση από την αφήγηση, στο κάτω-κάτω ας αγωνιστούν οι ίδιοι για να δείξουν ότι όχι μόνο είναι, αλλά και υπάρχουν.

 

Σε αυτή την τελευταία πρόταση, ομολογώ, σταμάτησα. Ποια η διαφορά μεταξύ του «είναι» και «υπάρχουν»; Δεν ξέρω αν η Έλσα Λιαροπούλου είχε επίγνωση του τεράστιου φιλοσοφικού προβλήματος στο οποίο παραπέμπει αυτή η διατύπωση – του προβλήματος των σχέσεων ουσίας και ύπαρξης  (essentia και existentia) που στοιχειώνει από τα χρόνια του Μεσαίωνα όλη τη φιλοσοφία της Δύσης. Δεν θα σας κουράσω με μια τέτοια συζήτηση, άλλου γένους. Θα μείνω μονάχα στην οξύτητα της λογοτεχνικής αυτοσυνειδησίας που μαρτυρείται εδώ, η οποία μας μεταφέρει από το επίπεδο της πλοκής στο επίπεδο της αναρώτησης για την ίδια την λογοτεχνική αλήθεια. Είναι αλάνθαστο σημάδι της συγγραφικής ωριμότητας της Έλσας Λιαροπούλου,  που κάνει αδύνατη περαιτέρω την αφελή σύμπτωση ανάμεσα στο συγγραφικό υποκείμενο και το αφηγηματικό εγώ.