Σελίδες

Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2011

Πρόσκληση για την ημερίδα Ιμπν Χαλντούν



                      Απόσπασμα από την παρουσίαση:

Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2011

Tony Scott And The Indonesian Allstars - Djanger Bali


O ιταλοαμερικανός κλαρινετίστας Tonny Scott (Anthony Sciacca, 17 Ιουνίου 1921-28 Μαρτίου 2007) δεν είναι μόνο ένας από τους σπουδαιότερους λευκούς δεξιοτέχνες της τζαζ όλων των εποχών, αλλά και ιδεοτυπική ενσάρκωση αυτού που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «διαπολιτισμικό πνεύμα» στη μουσική. Το πάθος του (που ξεκινάει από τις αρχές της δεκαετίας του ’60) να εγκαθίσταται για μεγάλες περιόδους σε διαφορετικά μέρη του κόσμου, να μαθαίνει τη μουσική τους και να ηχογραφεί με ντόπιους μουσικούς, διηύρυνε απεριόριστα τις εκφραστικές δυνατότητες της αφροαμερικανικής μουσικής και μας άφησε μια σειρά από ασυνήθιστες ηχογραφήσεις. Μία ακόμα τέτοια ––εξαιρετικά δυσεύρετη–– επιλέγουμε γι’ αυτό τον μήνα, τούτη τη φορά από την Ινδονησία, με σύγχρονους μουσικούς από την Ιάβα και το Μπαλί, που ακούγονται σ’ ένα ρωμαλέο jazz-fusion κατάμεστο από τοπικά ηχοχρώματα. Η ηχογράφηση έγινε το 1967. 

ΚΟΜΜΑΤΙΑ:
1. Djanger Bali
Arranged By – Bubi Chen, Tony Scott
Composed By – Traditional
   
2. Mahlke From "Katz Und Maus"
Composed By – Attila Zoller
   
3. Gambang Suling
Composed By – Narto Sabdo
    
4. Ilir, Ilir
Arranged By – Marjono, Tony Scott
Composed By – Traditional
    
5. Burungkaka Tua
Arranged By – Bubi Chen, Tony Scott
Composed By – Traditional
    
6. Summertime
Composed By – George Gershwin

    
ΜΟΥΣΙΚΟΙ:
•    Clarinet – Tony Scott
•    Bass – Yopi Chen
•    Drums – Benny Mustafa
•    Engineer – Rolf Donner
•    Guitar – Jack Lesmana
•    Piano, Zither [Ketjapi] – Bubi Chen
•    Producer – Joachim Ernst Berendt
•    Saxophone [Tenor], Flute, Vocals – Marjono

 https://mega.nz/#!59pnVagI!HPQjTXI6ZJ_Dg9j0o83PZnvZuUQhcaAQ2po3utyHH-M

Παρασκευή 16 Σεπτεμβρίου 2011

ΦΩΤΗΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ - ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΚΑΙ ΒΙΑ*



Ι.

Όταν πριν από λίγο καιρό μού προτάθηκε να συμμετάσχω σε αυτή την ημερίδα, η θεματική της μού διατυπώθηκε ως «Συγγραφείς και βία». Αν ήδη ένας τέτοιος τίτλος περιείχε αρκετή ασάφεια, όπως σκεφτόμουν τότε, τί να πει κανείς για τη τελική του αναδιατύπωση, ως «Πνευματικός κόσμος και βία»; Θέλω εκ προοιμίου να σας εξομολογηθώ ότι δεν γνωρίζω τί θα πει «πνευματικός κόσμος»… Θεωρώ τη δημιουργία πολιτισμού ως εξόχως υλική διαδικασία και τις πολιτισμικές παραγωγές ως ιδιαζόντως υλικά αντικείμενα μέσα στη ζωή των κοινωνιών. Θ’ αφήσω λοιπόν τα πνεύματα στους πνευματιστές και θα μιλήσω μόνο για συγγραφείς: από τη σκοπιά ενός συγγραφέως και λογαριασμό συγγραφέων. 

Ούτε όμως και το δεύτερο σκέλος της διατύπωσης, ο όρος «βία», είναι περισσότερο σαφές… Υπάρχουν πάρα πολλές εκδηλώσεις μέσα στον ίδιο τον φυσικό κόσμο που μπορούν να υπαχθούν στην έννοια της «βίας»: ένα ηφαίστειο που εκρήγνυται και καταποντίζει ένα ολόκληρο νησί, η πεινασμένη λέαινα που κόβει την καρωτίδα τού βούβαλου, είναι φαινόμενα που αντιπροσωπεύουν με κάποια έννοια μορφές βίας. Υποθέτω πως δεν μιλάμε γι’ αυτό. Η «βία» που μας ενδιαφέρει είναι προφανώς εκείνη που εμφανίζεται μέσα στις οργανωμένες ανθρώπινες συλλογικότητες, δηλαδή τις κοινωνίες. Εκείνο που χαρακτηρίζει τις οργανωμένες ανθρώπινες συλλογικότητες είναι οι αγώνες για τον έλεγχο και τη διαχείριση της φυσικής βίας: με άλλα λόγια, η βία πολιτικοποιείται εξ αρχής, και σ’ αυτή τη νέα, κοινωνικοποιημένη και πολιτικοποιημένη μορφή της την ορίζουμε πλέον διαφορετικά – την ονομάζουμε εξουσία, και αντικειμενοποιημένη, πραγμοειδής μορφή ή αποκρυστάλλωσή της είναι αυτό που καλούμε νόμος. Από τη στιγμή που η φυσική βία μεταλλάσσεται σε κοινωνική εξουσία, όλες οι εκδηλώσεις της προσδιορίζονται αναφορικά προς τον νόμο, θετικά ή αρνητικά: είτε ως η βία εκείνη που εν πρώτοις θεσπίζει τον νόμο κι εν συνεχεία τον περιφρουρεί και τον επιβάλλει, είτε ως η «άλλη» βία που αντιστέκεται στον νόμο και προβάλλει ως δύναμη ανατροπής του. Παρεμπιπτόντως, ο Walter Benjamin δυνάμει αυτού εξηγούσε την γνωστή γοητεία που ασκούν στο ευρύ κοινό οι μεγάλοι εγκληματίες, ανεξαρτήτως του κατά πόσον κάποιος προσυπογράφει τις πράξεις τους: μέσ’ από τη θεαματική καταστρατήγηση του νόμου, το έγκλημα, ο εγκληματίας εμφανίζεται στιγμιαία ως υποκείμενο δυνητικής επανανομοθέτησης – περιβάλλεται μ’ ένα φωτοστέφανο αυτεξουσιότητας, εκείνου δηλαδή που έχουμε στερηθεί δραματικά όλοι εμείς οι λεγόμενοι «πολίτες», έγκλειστοι στη θεσμική φυλακή τού νεωτερικού κράτους.

Ποια η σχέση των συγγραφέων, τώρα, με την έτσι εννοημένη βία; Πεποίθησή μου είναι πως η συγγραφική λειτουργία, ως προς την ιδιάζουσα φύση της, είναι ένας τόπος εκτός βίας – δηλαδή, εκτός εξουσίας. Λέγοντας «ως προς την ιδιάζουσα φύση της» εννοώ βέβαια τους συγγραφείς ως συγγραφείς: ολοφάνερα ένας συγγραφέας μπορεί στο σπίτι να δέρνει τη γυναίκα του (ή και να την πυροβολεί – μου ήρθε ξαφνικά στο μυαλό ο Burroughs!) είτε να έρχεται στα χέρια με τους φίλους του όταν μεθάει στην ταβέρνα, αλλά προφανώς αυτά αφορούν κοινές ανθρώπινες στάσεις που δεν έχουν να κάνουν τίποτα ειδικώς με τη συγγραφική του ιδιότητα... Στην ιδιάζουσα φύση τής συγγραφικής λειτουργίας ανήκει η μετουσίωση, όπως λέμε, των βίαιων παρορμήσεων και, κατ’ επέκτασιν, μια διεκδίκηση αυτεξουσιότητας που είναι, με την πιο κυριολεκτική έννοια του πράγματος, εκτός-νόμου. Οι συγγραφείς λοιπόν, ως συγγραφείς, δεν είναι ποτέ υποκείμενα βίας· μπορούν κατ’ αρχήν να είναι μόνο αντικείμενα βίας – και πράγματι, πολύ συχνά γίνονται τέτοια.

Όλες οι μορφές βίας που μπορούν να ασκηθούν σε έναν συγγραφέα ίσως ανάγονται σε μία και μόνη έννοια: την έννοια της φίμωσης, δηλαδή, να του αφαιρεθεί το δικαίωμα ή η δυνατότητα να μιλάει. Ωστόσο οι τρόποι με τους οποίους μπορεί να επιτευχθεί αυτό είναι άπειροι, κι έχουν όλοι χρησιμοποιηθεί κατά καιρούς από τις διάφορες εξουσίες. Στο ένα άκρο τού φάσματος είναι η ωμή εξόντωση: μπορείς να δικάσεις και να καταδικάσεις έναν συγγραφέα, να τον φυλακίσεις ή να τον εξορίσεις, ακόμη και να τον εκτελέσεις ή να τον δολοφονήσεις εν κρυπτώ. Δεν χρειάζεται να το πω, όλα έχουν δοκιμαστεί... Στο άλλο άκρο τού φάσματος, που ιδιάζει καλύτερα στις νεωτερικές, «φιλελεύθερες» λεγόμενες κοινωνίες, η εξόντωση του συγγραφέα παίρνει κοινωνικό και, κυρίως, οικονομικό χαρακτήρα – που παρουσιάζει επίσης μιαν αξιοσημείωτη κλίμακα διαβαθμίσεων. Εδώ το όργανο της καταστολής δεν είναι ο ένστολος εκπρόσωπος της κρατικής εξουσίας αλλά οι διαμεσολαβητικοί μηχανισμοί τής εμπορευματικής αγοράς και των Μαζικών Μέσων. Μπορούν να αποκλείσουν έναν συγγραφέα από την πρόσβαση σε εκδοτικούς μηχανισμούς που είναι απαραίτητοι για την κοινοποίηση του έργου του, κι αν αυτό δεν λειτουργήσει, να κλείσουν το προϊόν τής εργασίας του έξω από τη λεγόμενη  «ζήτηση», να τον καταδικάσουν δηλαδή σε λιμοκτονία· αν ωστόσο και αυτό δεν σταθεί αποτελεσματικό, υπάρχει η πιο πρόσφατη στρατηγική τής οποίας γινόμαστε κατεξοχήν μάρτυρες σήμερα: να πνίξουν τον λόγο του μέσα σ’ έναν ορυμαγδό τυπωμένης ασημαντότητας που κάνει αδύνατο πλέον σε οποιονδήποτε να τον βρει, ή να τον αναζητήσει...

Θα μου πείτε ίσως: μήπως είσαι υπερβολικά κολακευτικός προς τους συγγραφείς; Τί να πούμε για όλους εκείνους τους συγγραφείς και διανοούμενους που προσφέρουν οικειοθελώς τις υπηρεσίες τους στις διάφορες εξουσίες, που δανείζουν τη φωνή τους σε κάθε λογής δημηγορία υπέρ των ισχυρών, που επανδρώνουν αθρόα τους μηχανισμούς τού κράτους, των Μαζικών Μέσων, της δημοσιότητας και της αγοράς; Εκείνο που έχω εγώ να πω, είναι ότι αυτοί είναι τα πλέον ολοκληρωτικά, τα πλέον αξιοθρήνητα θύματα της θεσμικής βίας. Ως συγγραφείς έχουν ήδη αυτοκτονήσει, έχουν εκ των προτέρων και χωρίς αντιστάσεις φιμωθεί η ευνουχιστεί (που είναι από συμβολική άποψη το ίδιο) και αξίζουν μόνο την απέραντη καταφρόνια ή ––για τους πιο μεγαλόψυχους–– τον οίκτο μας.  



ΙΙ.

Το να υποχρεώνεται κάποιος να διαλέξει ανάμεσα στους παραληρηματικούς εθνοπατριώτες, από τη μία πλευρά, και τους δωσιλόγους τού ευρωπαϊσμού (ή ευρω-αμερικανισμού), από την άλλη, είναι κάτι χειρότερο από εκβιασμός: είναι καθαρή, ασυγχώρητη ηλιθιότητα. Είναι το ίδιο είδος διλήμματος που έχει εξουθενώσει τους ριζοσπάστες διανοούμενους στον αραβομουσουλμανικό κόσμο, ας πούμε, και σε τέτοιου είδους εκβιασμούς μόνο με έναν τρόπο οφείλουμε ν’ απαντάμε: συντρίβοντας με την ίδια κίνηση και τους δύο όρους τού διλήμματος. Επειδή όμως η εθνική ρητορεία εξακολουθεί να πρυτανεύει ακόμα και στους λόγους των πιο ανενδοίαστων υποστηρικτών τής παγκόσμιας αγοράς, των κατά συνθήκην σοσιαλ(νέο)φιλελεύθερων, στην πολιτική όσο και στην εκπαίδευση, δεν θα ήταν κακή ιδέα να δοκιμάσει κάποιος να εντοπίσει τον ενδεχόμενο πυρήνα ισχύος της.

Όπως σωστά είχε αντιληφθεί ο Χέρντερ, το έθνος είναι πρωτίστως γλωσσική κοινότητα. Όλα τα άλλα στοιχεία που συνέθεσαν την έννοιά του στις απαρχές τής νεωτερικότητας είναι είτε φαντασιώδη είτε εκ των υστέρων θεσπίσεις που το επιστράτευσαν ως νομιμοποιητική τους κατασκευή. Η «φυλή» και η «θρησκεία» είναι παραδείγματα του πρώτου είδους: η φυλή για λόγους επί των οποίων δεν χρειάζεται καν να επιχειρηματολογήσω, η θρησκεία όχι με την έννοια ότι δεν υπήρχε ως υλικός ιστορικός παράγων αλλά με την έννοια ότι, ως δύναμη παραγωγής ταυτοτήτων, δεν παρουσίαζε καμία καταρχήν συμμετρία προς τις γλωσσικές κοινότητες – αυτή εκβιάστηκε εκ των υστέρων, από τις κρατικές πολιτικές... Παράδειγμα του δεύτερου είδους είναι ακριβώς ο σχηματισμός του νεωτερικού κράτους, του λεγόμενου έθνους-κράτους. Παρότι αναπαρέστησε τον εαυτό του ως αντικειμενικό κρυστάλλωμα μιας υποτιθέμενης Volksgemeinschaft, πραγματική του προέλευση ήταν μάλλον το παγκόσμιο διακρατικό σύστημα ως αποκρυστάλλωση τοπικών σχέσεων ισχύος. Προϊόν τού αγώνα για επικράτηση της αστικής τάξης, πέτυχε να συγκεντρώσει στα χέρια του το μονοπώλιο της βίας και δι’ αυτού να εγκλωβίσει στα όριά του όλων των ειδών τις ανθρώπινες συλλογικότητες που βρήκε στον δρόμο του, οι οποίες θα έπρεπε να υποβληθούν στα προκρούστεια πάθη τής «ομογενοποίησης» προκειμένου να γίνει εφικτός ο αντικειμενικός του σκοπός: η αναμόρφωση ολόκληρου του κοινωνικού πεδίου ως κοινωνίας της αγοράς.

Το μόρφωμα αυτό, που η κλασική δικαιική του μορφή εδραιώθηκε με τη Συνθήκη της Βεστφαλίας, έχει ουσιαστικά κλείσει τον ιστορικό του κύκλο από τις αρχές του εικοστού αιώνα, στο στάδιο της μονοπωλιακής, «ιμπεριαλιστικής» φάσης ανάπτυξης του καπιταλισμού. Παρεμπιπτόντως, όταν ο Λένιν αντέτεινε «το δικαίωμα των εθνών στην αυτοδιάθεση» στη διαυγή υπόδειξη της Ρόζας Λούξεμπουργκ ότι «δεν υπάρχουν “εθνικοί πόλεμοι” στην εποχή του ιμπεριαλισμού», διέπραττε έναν τερατώδη αναχρονισμό, υποστρέφοντας κατ’ ουσίαν σε μια επιχειρηματολογία που ανήκε ιστορικά, ακριβώς, στο πνεύμα της Βεστφαλίας. Στις τελευταίες δεκαετίες του αιώνα, η αποκαλούμενη κεφαλαιοκρατική παγκοσμιοποίηση, κληρονόμος του αποικιακού μοιράσματος του κόσμου, έμελλε να δείξει κατάφωρα ποιος είναι ο ρυθμιστής τού βηματισμού τής παγκόσμιας ιστορίας. 

Σε αυτό ακριβώς το σημείο βρισκόμαστε. Η «εθνική ανεξαρτησία» (για να μην πούμε καν «αυτοδιάθεση») στον καιρό τού ύστερου καπιταλισμού ακούγεται σαν κακόγουστο αστείο. Και για να εστιάσουμε τον φακό στα πολύ κοντινά μας, στην  Ελλάδα τής τρέχουσας δεκαετίας, όταν θέτουμε ερωτήματα στους διαχειριστές τής πολιτικής εξουσίας που αφορούν κρίσιμες ––θανάσιμες, κάποτε–– αποφάσεις για το συλλογικό μέλλον, η απάντηση είναι κατά κανόνα τού τύπου, «δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς· δεσμευόμαστε απέναντι στην Ευρώπη» (όπως παλιότερα λέγαμε «στους Συμμάχους μας»). Εν ολίγοις, σε ό,τι αφορά τη χάραξη πολιτικής ––να πούμε σε θέματα αμυντικά κι εξωτερικής πολιτικής; Ή μήπως σε θέματα δημοσιονομικής πολιτικής; Θέλετε σε κανονισμούς και διατάξεις που κυμαίνονται από τις μορφές αστυνόμευσης μέχρι το χωροταξικό και τη δημόσια υγεία;–– η λεγόμενη εθνική ανεξαρτησία έχει εκχωρηθεί ολοσχερώς, και αυτό ομολογείται κανονικά και απροκάλυπτα σαν το φυσικότερο πράγμα του κόσμου από τους επαγγελματίες πολιτικούς στους ψηφοφόρους τους.

Τί συμβαίνει άραγε με τον άλλο προσδιοριστικό όρο της εθνικής κυριαρχίας, την λεγόμενη «εδαφική κυριαρχία»;  Το ίδιο αυτό κράτος που την υφάρπαξε από τις γηγενείς συλλογικότητες στο όνομα της «προστασίας» της, είναι εκείνο που φυσικώ τω τρόπω σε δεύτερη κίνηση την εκχωρεί βαθμηδόν στους εμπορικά ενδιαφερόμενους – που είναι λιγότερο βέβαια ιδιώτες κεφαλαιούχοι (χωρίς ν’ αποκλείονται) απ’ όσο μεγάλες εταιρείες. Ελπίζω ότι δεν χρειάζεται να επεκταθώ εδώ σε παραδείγματα. Κι εννοείται ότι από την άποψη που συζητάμε ελάχιστη σημασία έχει αν πρόκειται για εταιρείες ελληνικών, ξένων ή πολυεθνικών συμφερόντων, διότι σε κάθε περίπτωση μιλάμε για υφαρπαγή από ιδιώτες ενός δημοσίου αγαθού που σύμφωνα με τον ορισμό τού δημοσίου ανήκει εξ αδιαιρέτου σε μια συλλογικότητα. Επίσης, έχει σημασία το ότι αυτό δεν συμβαίνει κατά παράβασιν της νόμιμης εξουσίας διεφθαρμένων κρατικών λειτουργών, αλλά σύμφωνα με τον παγκοσμίως δεσπόζοντα σχεδιασμό των κρατικών στρατηγικών στην παρούσα φάση του καπιταλισμού, που ακούει στο όνομα «νεοφιλελευθερισμός», ο οποίος άλλωστε ανασχεδιάζει κατά το πνεύμα του το παγκόσμιο και τα τοπικά νομοθετικά πλαίσια.

Αν μιλήσουμε τώρα για «εθνική οικονομία», δηλαδή παραγωγική οικονομία ως διαφορετική από τη δημοσιονομική πολιτική, η εικόνα είναι επιεικώς οικτρή. Όσοι όμως θρηνούν δημοσίως για τη «χαμηλή παραγωγικότητα» της χώρας (αν και το «χαμηλή» ακούγεται ήδη ευφημισμός), έχουν μήπως κατά τύχη προσέξει πως η παραγωγική της αυτάρκεια ήταν πολύ μεγαλύτερη πριν τριάντα-σαράντα χρόνια μολονότι με χαμηλότερους δείκτες ΑΕΠ, και ότι φθίνει κατακόρυφα από την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα; Ότι, εν ολίγοις ––και ανεξαρτήτως κινήτρων και συμπεριφοράς τού πληθυσμού––, το τσάκισμα των παραγωγικών υποδομών τής χώρας είναι ευθεία συνέπεια της ένταξης της εγχώριας οικονομίας σε έναν παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας τού οποίου τον σχεδιασμό και τον έλεγχο δεν έχει σε κανένα επίπεδο λήψης των αποφάσεων; 

 Με πολύ απλά λόγια: όποια ονομαστική αξία κι αν δίνεται στην ελληνικότητα στους ποικίλους ρητορικούς χειρισμούς τού όρου, η πραγματικότητα που της αντιστοιχεί είναι ένα διάτρητο κουρέλι – και αυτό είναι το ψεύδος κάθε εθνικής ρητορείας. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει όντως ένας μικρός λαός που μιλάει μια ορισμένη γλώσσα μ’ ένα συγκεκριμένο ιστορικό βάρος, μ’ ένα φάσμα συνοδευτικών αποκρυσταλλώσεων πείρας που εξακολουθούν να παράγουν ένα δυναμικό ταυτότητας, ο οποίος διεκδικεί μια θέση στον σύγχρονο κόσμο μέσα’ από τη συνέχεια της ιδιαίτερης γλωσσικής και ιστορικής του ύπαρξης – όχι βεβαίως ανταγωνιστικά προς άλλους λαούς ή πολιτισμούς, αλλά ως πρώτιστης προϋπόθεσης κάθε μεστού σημασίας διαπολιτισμικού ανοίγματος. Υπό ποιους όρους μπορεί να επιβιώσει αυτός ο λαός, αν τουλάχιστον συμφωνούμε ότι αξίζει και δικαιούται να επιβιώσει; Τίποτε απολύτως δεν φαίνεται αυτή τη στιγμή να εγγυάται μια τέτοια επιβίωση έξω από την παρατεινόμενη γλωσσική του παραγωγή: ακριβέστερα, η εξακολουθητική παραγωγή γλώσσας και σημασιών είναι η τελευταία γραμμή άμυνας μιας «ελληνικότητας» η οποία ενδέχεται ν’ αντιστοιχεί σε κάτι τι υλικό και πραγματικό, έξω από τα εθνοφυλετικά (ή και ελληνοχριστιανικά) φαντασιοκοπήματα κι εντεύθεν οιουδήποτε κρατικού σχηματισμού, ο οποίος εν πρώτοις την κεφαλαιοποίησε ώστε να νομιμοποιηθεί στ’ όνομά της κι εν συνεχεία τη πουλάει στη διεθνή αγορά κατά το ενδιάθετο κέλευσμα της ταξικής του φύσης.
Και παραγωγοί γλώσσας είναι οι συγγραφείς. Οι άνθρωποι αυτοί ––λίγοι κατ’ ανάγκη, μολονότι δεν βλέπω κανέναν λόγο να εξαιρεθούν από τούτο οι καλοί μεταφραστές–– οι οποίοι μοχθούν για τη διεύρυνση των ορίων και των δυνάμεων της γλώσσας που τους έλαχε να μιλούν, αντιπροσωπεύουν το πιο παράδοξο, γκροτέσκο για ν΄ακριβολογούμε, είδος εθνικού ήρωα:  μισώντας πολύ συχνά την κοινότητα στην οποίαν ανήκουν, υποφέροντας από την τυφλότητα και την αναισθησία της, κάνουν περισσότερα απ’ ό,τι οποιοσδήποτε άλλος σήμερα για τη διάσωσή της, προπαντός από τα νύχια των επισήμων διαχειριστών ή αυτόκλητων «εκπροσώπων» της, οι οποίοι απεναντίας ομνύουν στ’ όνομά της τη στιγμή που της καρφώνουν πισώπλατες μαχαιριές. Στη γλώσσα αυτών των τελευταίων, και για τους δικούς τους σκοπούς, το έργο των συγγραφέων (και μιας ομάδας ομοειδών δημιουργών στην ευρύτερη σφαίρα  τού πολιτισμού) μέχρι προσφάτως έφερε τον τίτλο «πνευματικό», τίτλο τιμής οπωσδήποτε που ήθελε να δηλώσει κυρίως τον μη ιδιοτελή χαρακτήρα του: την εξαίρεσή του από τη σφαίρα των άθλιων αστικών συμφερόντων που συνοψίζονται στην ιδέα (της επιδίωξης) του κέρδους. 

Αυτός υποθέτω είναι ο λόγος που η συγγραφική δραστηριότητα, όταν στις ημέρες μας επιβλήθηκε ο πρόσθετος και καταχρηστικός φόρος που ακούει στο όνομα Φόρος Προστιθέμενης Αξίας Καταναλώσεως (για να χρηματοδοτήσει εν μέρει τις λειτουργίες του Ευρωπαϊκού διοικητηρίου, τού οποίου τις αποφάσεις υφίστανται χωρίς την παραμικρή δυνατότητα δημοκρατικού ελέγχου αυτοί που τον πληρώνουν), εξαιρέθηκε κατ’ αρχάς. Σαν ν’ αναγνωριζόταν δηλαδή ότι η κυκλοφορία των έργων πολιτισμού, έστω μέσα στη σφαίρα τής αγοράς που είναι η αναπόδραστη ειρκτή όλων μας, δεν έχει τη ίδια σημασία ούτε υπόκειται συνεπώς στο ίδιο καθεστώς με την κυκλοφορία των υλικών καταναλωτικών αγαθών, κοινώς εμπορευμάτων. Αυτή ακριβώς την αναγνώριση αποφάσισε να άρει (κατ’ εντολήν ή με προσωπικό ζήλο, αδιάφορο) η παρούσα κυβέρνηση των ανδρεικέλων στη κορύφωση του χορού των ταπεινωτικών σοκ στα οποία υποβάλλει εσχάτως τον πληθυσμό της χώρας. ΦΠΑ και στους συγγραφείς λοιπόν, σωστά ακούσατε, από τον Ιούλιο του 2010. Τί σημαίνει αυτό όμως;

Απλούστατα, ότι το ευφημιστικά λεγόμενο «πνευματικό» προϊόν πρέπει να γίνεται στο εξής αντιληπτό σαν ένα εμπόρευμα ανάμεσα στ’ άλλα. Και αυτό σημαίνει επίσης ότι, αν δεν έχει γίνει επαρκώς τέτοιο μέχρι στιγμής, οφείλει να γίνει το ταχύτερο. Οφείλει να παράγεται και να διανέμεται με όρους κερδοφορίας, επένδυσης και αποδόσεων, οφείλει να εντάσσεται στους σχεδιασμούς τού marketing και των μηχανισμών δημοσίων σχέσεων, οφείλει να κρίνεται, εντέλει, με βάση την εμπορική του απόδοση στην αγορά. Και υπόδειγμα τέτοιου προϊόντος είναι, δεν χρειάζεται να το πω, η ποικιλία εκείνη που παζαρεύεται με επιτυχία στη Φραγκφούρτη και άλλες διεθνείς εμποροπανηγύρεις, που συναρμολογείται στα εργαστήρια των μεγάλων εκδοτικών (μήπως πρέπει ν’αρχίσουμε να μιλάμε για «σχολές Καστανιώτη», «Πατάκη», «Ψυχογιού», κοκ. στην ελληνική λογοτεχνία;) και διαβάζεται καλύτερα σε μετάφραση (κατά προτίμησιν αγγλική).

Η επιβολή ΦΠΑ στους συγγραφείς είναι μία ακόμα κομψή μορφή βίας απέναντι στους συγγραφείς, στους παραγωγούς γλώσσας και πολιτισμού εν γένει, από το ατελείωτο οπλοστάσιο που χειρίζεται εναντίον τους το σύγχρονο κράτος: είναι σχεδιασμένη εν είδη χαριστικής βολής στην ήδη εκπνέουσα ελευθερία τής σκέψης και της έκφρασης που λειτουργεί κατ’ ανάγκη ως αντίσταση στα κελεύσματα και τους νόμους τής εμπορευματικής αγοράς. Και με την ίδια κίνηση, βέβαια, πλήγμα κατά τού μόνου εναπομένοντος αποθέματος ισχύος μιας υπό άλωσιν εθνικής κοινότητας. Απομένει στους ίδιους τούς συγγραφείς να δουν καθαρά ποιος είναι ο εχθρός, και κατά πού οφείλουν να στρέψουν ––πριν είναι πολύ αργά–– το μοναδικό τους όπλο.


* Το πρώτο μέρος αυτού του κειμένου εκφωνήθηκε στην ημερίδα τής Εταιρείας Συγγραφέων με θέμα «Πνευματικός κόσμος και βία», 4 Δεκεμβρίου του 2010 στην αίθουσα Συνελεύσεων της ΕΣΗΕΑ. Το δεύτερο μέρος δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Πλανόδιον, 50 (Ιούνιος 2011) με τον παιγνιώδη τίτλο «ΦΠΑ στους συγγραφείς; Ναι, σωστά ακούσατε!».